ΝΙΚΟΛΑΟΣ Αλέξανδρου ΣΟΥΤΣΟΣ 1798-1871

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  1. Η οικογένεια του Νικόλαου Αλ. Σούτσου
  2. Το περιβάλλον της Μολδοβλαχίας μέχρι το 1828
  3. Η Συνθήκη της Αδριανούπολης και οι εξελίξεις στη Μολδαβία
  4. Η καθιέρωση του Νικόλαου στη Μολδαβία (1831-1839)
  5. Νέοι προσανατολισμοί (1840-1849)
  6. Ο Νικόλαος Αλ. Σούτσος στο διάστημα 1849-1856
  7. Ο Νικόλαος σε διαφορετικό πολιτικό ρόλο (1856-1866)
  8. Το συγγραφικό έργο του Νικόλαου Αλ. Σούτσου

 

  1. Η Οικογένεια του Νικόλαου Αλ. Σούτσου

Ο Νικόλαος Αλ. Σούτσος γεννήθηκε στο Αρβανιτοχώρι (Αρναούτκιοϊ) της Κωνσταντινούπολης όπου βρισκόταν η εξοχική κατοικία των «Δράκων»[1], στις 25 Οκτωβρίου 1798. Ήταν το τρίτο παιδί και ο πρώτος γιος του Αλέξανδρου Ν. Σούτσου (1758-1821) και της Ευφροσύνης Καλλιμάχη, που απέκτησαν έντεκα παιδιά[2].

Η γενιά του Νικόλαου Αλ. Σούτσου ξεκινούσε από τον 17ο αιώνα, όταν ο προγονός του Κωνσταντίνος Δράκος-Σούτζος από την Ήπειρο μετοίκησε στην Πόλη και υιοθέτησε το επώνυμο Σούτζος, όνομα που παρέπεμπε στην εργασία του, δηλαδή πωλητής νερού στην Πόλη, σουτζής στα τουρκικά. Ο παππούς του Νικόλαος Σούτσος ήταν Μέγας Διερμηνέας της Υψηλής Πύλης το 1768-1769, είχε παντρευτεί την Άννα Χρυσοσκολέου και αποκεφαλίστηκε από την Πύλη για τη συμμετοχή του στα Ορλωφικά. Ο πατέρας του Αλέξανδρος Ν. Σούτσος διατέλεσε Μέγας Διερμηνέας του στόλου (1797-1799) και της Πύλης (1799-1801), Ηγεμόνας της Μολδαβίας (1801-1802) και τοποτηρητής (καϊμακάμης) του θρόνου της Βλαχίας από τον Ιούλιο έως τον Αύγουστο του 1802. Στη θέση του Ηγεμόνα της Βλαχίας διορίστηκε για μικρό διάστημα το 1806 (Αύγουστος-Οκτώβριος) και διορίστηκε ξανά στο διάστημα 1818-1821, όπου και πέθανε ξαφνικά στις 18 Ιανουαρίου 1821 στο Βουκουρέστι. Ήταν, επίσης, ανεψιός του Μιχαήλ Σούτσου (1730-1803), που διατέλεσε Ηγεμόνας της Βλαχίας (1783-1786, 1791-1793 και 1801-1802), Μολδαβίας (1792-1795) και είχε παντρευτεί με την Σεβαστή Καλλιμάχη. Ο γιος του, επίσης Μιχαήλ Σούτσος (1784-1864) και εξάδελφος του Αλέξανδρου, ήταν Ηγεμόνας της Μολδαβίας (1819-1821) και παντρεύτηκε με τη Ρωξάνη Καρατζά.

Ο Αλέξανδρος Ν. Σούτσος υπήρξε, μαζί με τον ξάδελφό του Κωστάκη Δημ. Σούτσο που είχε την επωνυμία Κεμπάπης[3], αρχηγός της Γαλλικής παράταξης στην Υψηλή Πύλη. Οι δύο αυτοί Φαναριώτες συντέλεσαν αποφασιστικά στην ίδρυση του πρώτου ελληνικού κράτους, δηλαδή της Επτανησιακής Ιόνιας Πολιτείας[4]. Με την εξασθένηση της επιρροής της Γαλλίας στην Πύλη εξορίστηκε στο Άγιο Όρος, αλλά μετά τη μάχη της Ιένας (1806) ο ίδιος ο Ναπολέων ενδιαφέρθηκε για τον Κωστάκη και τον Αλέξανδρο στον Οθωμανό πρέσβη. Άμεσο αποτέλεσμα του ενδιαφέροντος αυτού υπήρξε ο διορισμός ως Ηγεμόνα του μεν Αλέξανδρου Ν. Σούτσου στη Μολδαβία, του δε Κωστάκη Δ. Σούτσου ως καπού κεχαγιά του στην Υψηλή Πύλη[5].

Η γενιά της μητέρας του Ευφροσύνης ήταν επίσης ισχυρή, με ρίζες στη Μολδαβία. Ο προπάππους της Θεόδωρος Καλμάς μετονομάστηκε σε Καλλιμάχης (1660-1740) και κατείχε υψηλά αξιώματα και πλούτο στη Μολδαβία. Ο παππούς της Ιωάννης Καλλιμάχης (1690-1761), ήταν Μέγας Διερμηνέας της Πύλης (1740-1750 και 1752-1758), Ηγεμόνας της Μολδαβίας (1758-1761) και παντρεύτηκε με την Ραλίτσα Χρυσοσκολέου. Ο πατέρας της Αλέξανδρος Καλλιμάχης (1737-1821) ήταν επίσης Μέγας Διερμηνέας της Πύλης (1785-1788 και 1794-1795), Ηγεμόνας της Μολδαβίας (1795-1799) και παντρεύτηκε με την Ελένη Γρ. Γκίκα. Η Ευφροσύνη ήταν αδελφή των Ιωάννη και Σκαρλάτου Καλλιμάχη[6], που αποκεφαλίστηκαν από την Πύλη εξ αιτίας της συμμετοχής τους στην Επανάσταση του 1821. Έμεινε πάμφτωχη μετά το θάνατο του άνδρα της ενώ τα παιδιά της χωρίστηκαν, άλλοι σταδιοδρόμησαν στο σχηματιζόμενο κράτος της Ρουμανίας και άλλοι στην Ελλάδα. Πέθανε στο Ιάσιο το 1835 και η σωρός της μεταφέρθηκε στον Άγιο Σπυρίδωνα στο Βουκουρέστι, όπου ήταν θαμμένος και ο άνδρας της[7].

Σε ό,τι αφορά τα αδέλφια του Νικόλαου, ο Γεώργιος Αλ. Σούτσος γεννήθηκε στο Ιάσιο το 1800, παντρεύτηκε με την Μαρία Αλ. Καντακουζηνού-Πασκάνου το 1833, υπήρξε πολιτικός και λόγιος της εποχής του και πέθανε άτεκνος στο Ιάσιο. Ο Ιωάννης Αλ. Σούτσος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1803 και πέθανε στην Αθήνα το 1890. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στη Γενεύη και έγινε καθηγητής στο Οθωνικό Πανεπιστήμιο Αθηνών με πλούσιο συγγραφικό έργο. Παντρεύτηκε με την Ελένη, κόρη του Ηγεμόνα Μιχαήλ Σούτσου (μακρινή ξαδέλφη του) και απέκτησαν δύο κορίτσια, τη Ρωξάνη και την Ευφροσύνη. Ο Σκαρλάτος Αλ. Σούτσος γεννήθηκε στο Βουκουρέστι το 1806 και πέθανε στην Αθήνα το 1887. Σπούδασε στη Στρατιωτική Ακαδημία της Βαυαρίας και κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό, όπου έφτασε στους ανώτατη ιεραρχία. Πρωτοστάτησε για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και Ηπείρου (1854 και 1878). Παντρεύτηκε με τη Ναδίνα Αλ. Καντακουζηνού και απέκτησε τέσσερις κόρες (πέθαναν ανύπανδρες) και δυο γιους, τον Αλέξανδρο και Δημήτριο (εκλέχθηκε Δήμαρχος Αθηναίων το 1879), που είχαν λαμπρή εξέλιξη. Ο Δημήτριος Αλ. Σούτσος που γεννήθηκε το 1807 είχε στρατιωτική σταδιοδρομία, διετέλεσε Φρούραρχος Αθηνών, παντρεύτηκε με την Ελίζα Κρουπένσκι και απέκτησε τρεις κόρες. Ο Γρηγόριος Αλ. Σούτσος (1813-1848) εγκαταστάθηκε στη Ρουμανία, παντρεύτηκε με την Αικατερίνη Μαυρογένη και απέκτησε τέσσερις γιους που είχαν λαμπρή εξέλιξη στις επιστήμες και στο στρατό της Ρουμανίας. Η Ρωξάνδρα ή Λουκία Αλ. Σούτσου παντρεύτηκε τον δικηγόρο Μανωλάκη Αργυρόπουλο στο Βουκουρέστι, αλλά πέθανε στον πρώτο της τοκετό. Τέλος, η Ραλλού Αλ. Σούτσου (1799-1832), αφοσιώθηκε από μικρή στα γράμματα, ασχολήθηκε με μεταφράσεις και ανέβασε από μικρή θεατρικά έργα στο Βουκουρέστι. Παντρεύτηκε το 1830 το ζάπλουτο βαρόνο της διασποράς Γεώργιο Μεϊντάνη, τραπεζίτη στη Βιέννη και υπήκοο Αυστρίας, αλλά ο γάμος ήταν ατυχής. Ο τραπεζίτης πτώχευσε, ενώ η Ραλλού πέθανε στο Βουκουρέστι σε ηλικία 33 χρονών[8].

Ο Αλέξανδρος Ν. Σούτσος, άνθρωπος «μεγάλης σύνεσης και πραότητας»[9], διορίστηκε Ηγεμόνας Μολδαβίας στις 28 Ιουνίου 1801 και ξεκίνησε για το Ιάσιο. Το ταξίδι με καΐκι από τον Εύξεινο Πόντο υπήρξε περιπετειώδες και επικίνδυνο για όλη την οικογένεια, δηλαδή τους γονείς του, τη γυναίκα του, τον μικρό Νικόλαο και την ακόμη μικρότερη αδελφή του[10]. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1802 καθαιρέθηκε από τη θέση του Ηγεμόνα Μολδαβίας και μαζί με όλη την οικογένειά του επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, αφού πρώτα υπηρέτησε για μερικές εβδομάδες ως τοποτηρητής (καϊμακάμης) στην Ηγεμονία της Βλαχίας.

Το 1804 διορίστηκε εκ νέου Ηγεμόνας Μολδαβίας, αλλά παρέμεινε στο Ιάσιο για λίγες μόνο ημέρες και αντικαταστάθηκε από το Μουρούζη[11].

Στις 24 Αυγούστου 1806 διορίστηκε Ηγεμόνας Βλαχίας, αλλά ξέσπασε ο Ρώσο-τουρκικός πόλεμος του 1806-1812 και οι Ρώσοι εισέβαλαν στις Ηγεμονίες[12]. Ο Αλέξανδρος ξεκίνησε για το Βουκουρέστι, όμως η οικογένειά του παρέμεινε στο Αρναούτκιοϊ σ’ όλη τη διάρκεια του Ρώσο-τουρκικού πολέμου και ο μικρός Νικόλαος πέρασε τα παιδικά του χρόνια (1804-1812) στις ακτές του Βοσπόρου, μελετώντας και παίζοντας. Ο Νικόλαος σημειώνει στα Απομνημονεύματά του τις σκηνές από την επιστροφή του Ηγεμόνα Αλέξανδρου στο σπίτι του το 1812 και το πώς καταγράφηκε στην παιδική του ψυχή η ταλαιπωρημένη μορφή του 54χρονου πατέρα του[13]. Στην Πόλη, πλέον, ο Αλέξανδρος Ν. Σούτσος ασχολήθηκε συστηματικά με την οικογένειά του και έγινε δάσκαλος των παιδιών του στα ελληνικά, γαλλικά και στις ανατολικές γλώσσες, που γνώριζε τέλεια[14]. Ο Νικόλαος είχε έφεση για μάθηση και ήταν κλειστός και άτολμος ως χαρακτήρας.

Μια πυρκαγιά, όμως, κατάστρεψε το σπίτι τους και αναγκάστηκαν να φιλοξενηθούν επί μακρόν στο σπίτι του ξαδέλφου τους Κωστάκη Δ. Σούτσου, γνωστού με την επωνυμία Κεμπάπης. Δάσκαλοι όλων των μικρών Σούτσων ήταν ο Γεώργιος Σερρούϊος και ο Vassan στα Γαλλικά. Οι σχέσεις του Αλέξανδρου με την Υψηλή Πύλη ήταν ανύπαρκτες αυτό το διάστημα, αλλά γείτονες στην νέα του κατοικία ήταν οι ζάπλουτες οικογένειες του Αρμένιου Ντούζογλου, του Ντουρρί ζαντέ και του Αριστάρχη, που θα του φαινόταν χρήσιμες στην πορεία του[15]. Με τα παιδιά αυτών των οικογενειών ο Νικόλαος περνούσε πολύ χρόνο με διάβασμα και παιγνίδια, όπως σημειώνει στα απομνημονεύματά του. Οι επιδόσεις του Νικόλαου στα μαθήματα ήταν εντυπωσιακές και οι φίλοι του τον συμβουλεύονταν σε κάθε δυσκολία. Φύση ποιητική και με έντονο πατριωτισμό, από νεαρή ηλικία έγραφε στοίχους και δράματα στην ελληνική γλώσσα, ενώ σώζονται, επίσης, πολλά από τα βιβλία που μελετούσε[16].

Το Δεκέμβριο του 1818 ο πατέρας του Αλέξανδρος διορίστηκε εκ νέου Ηγεμόνας στη Βλαχία και ο Μπεηζαντέ Νικολάκης (γιος του Ηγεμόνα στα τουρκικά) είκοσι χρονών περίπου, ακολούθησε όλη την οικογένεια στο Βουκουρέστι. Η συγκυρία αυτή έδωσε την ευκαιρία στο Νικόλαο να γνωρίσει από κοντά τις κοινωνικές συνθήκες και τα πολιτικά πράγματα της Βλαχίας, να αναπτύξει σχέσεις με τους εντόπιους Βογιάρους και ξένους υπηκόους και να αρχίσει να σχηματίζει απόψεις για την αντιμετώπιση των καθυστερημένων δομών των Ηγεμονιών. Όμως, ο πατέρας του Αλέξανδρος πέθανε ξαφνικά στις 18 Ιανουαρίου 1821 μετά από πολύ σύντομη ασθένεια και η Πύλη διόρισε γρήγορα νέο Ηγεμόνα Βλαχίας το Σκαρλάτο Καλιμάχη. Σχεδόν ταυτόχρονα ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση στην οποία ο πατέρας του δε συμμετείχε, αν και γνώριζε τις κινήσεις των «εταιριστών» όπως ονομάζονταν οι επαναστάτες. Ο Νικόλαος, όπως πολλοί άλλοι Έλληνες των Ηγεμονιών και εντόπιοι Βογιάροι, αποτραβήχτηκε στα μέσα Φεβρουαρίου μαζί με τη γυναίκα, τη μητέρα και τα αδέλφια του στο Μπρασόβ, τη γνωστή Κρονστάνδη, όπου υπήρχε πολυπληθής και πλούσια ελληνική διασπορά. Έχοντας μαζί του τους δασκάλους Σερρούϊο και Vassan δεν παραμέλησε καθόλου τις σπουδές, που συμπληρώθηκαν με κλασσική ελληνική λογοτεχνία, φιλοσοφία, δίκαιο και πολιτική οικονομία. Το 1823 επισκέφθηκε τα ιαματικά λουτρά στη Mehadia, όπου του δόθηκε ευκαιρία να γνωρίσει και να αναπτύξει στενές και στέρεες σχέσεις με επιφανείς οικογένειες Ούγγρων, όπως επίσης και στο Κλούζ. Η παραμονή του στο Μπρασόβ του έδωσε την ευκαιρία, επίσης, να αγαπήσει την ύπαιθρο και το κυνήγι, συνοδεύοντας τακτικά το θείο του Μιχαήλ Γκίκα σε περιπάτους. Από το Μπρασόβ έφυγαν για σπουδές στη Γερμανία τα αδέλφια του Σκαρλάτος και Δημήτριος[17]. Ακολούθησε αργότερα ο Ιωάννης για σπουδές στη Γενεύη, όπου βρισκόταν ήδη ο μικρότερος Γρηγόριος[18].

Ο Νικόλαος Αλ. Σούτσος είχε παντρευτεί τον Ιούλιο του 1820 στο Βουκουρέστι με την Αικατερίνη Κων. Καντακουζηνού – Πασκάνου από τη Μολδαβία, κόρη του Λογοθέτη Καντακουζηνού, ένα από τα παρακλάδια των Καντακουζηνών που ρίζωσαν στη Μολδοβλαχία και έγιναν εντόπιοι Βογιάροι. Μέχρι το 1825 απέκτησαν τρία παιδιά, τον Αλέξανδρο, τον Κωνσταντίνο[19] και την Ευφροσύνη το 1825 στη Σουτσάβα της Μολδαβίας[20], εκεί όπου μετέφερε την οικογένεια στα κτήματα του πεθερού του. Το 1827 εγκαταστάθηκε οριστικά στην πρωτεύουσα Ιάσιο, όπου και έζησε μέχρι το θάνατό του το 1871.

Ήταν η εποχή που οι Ρώσοι νίκησαν στον πόλεμο του 1827-1828 τους Οθωμανούς, κατέλαβαν τη Μολδοβλαχία και επέβαλλαν τη Συνθήκη της Αδριανούπολης στις 2/14 Σεπτεμβρίου 1829. Με τις ρυθμίσεις αυτής της Συνθήκης η Ρωσία έγινε προστάτιδα δύναμη των Ηγεμονιών και, εκτός των άλλων, ετοίμαζε τα νέα Συντάγματά τους (Regulamente Organice). Από την εποχή της ρωσικής κατοχής στις Ηγεμονίες (1828-1834), λοιπόν, άρχισε η σταθερά ανοδική πορεία του Νικόλαου Αλ. Σούτσου στην πολιτική και την επιστήμη.

 

  1. Το περιβάλλον της Μολδοβλαχίας μέχρι το 1828

 

Στις αρχές του 19ου αιώνα η Μολδοβλαχία αποτελούσε ένα σημαντικότατο κέντρο της ελληνικής διασποράς. Η παρουσία της, που ήταν πλούσια ακόμη από τους προηγούμενους αιώνες[21], ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο στην περίοδο 1709-1821 που οι Ηγεμόνες ήταν Φαναριώτες και γι’ αυτό η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε ως «Αιώνας των Φαναριωτών»[22]. Οι αιτίες που οδήγησαν σ’ αυτή την άνθιση της ελληνικής διασποράς σ’ αυτά τα μέρη πρέπει να αναζητηθούν στη σχετική αυτονομία δράσης των Φαναριωτών Ηγεμόνων έναντι της Υψηλής Πύλης σε Ιάσιο και Βουκουρέστι, στη μαζική παρουσία Ελλήνων απ’ όλα τα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βόρεια του Δούναβη[23], στις οικονομικές επιτυχίες τους σε διάφορους τομείς[24], στον αυξανόμενο ρόλο της Ρωσίας στα Βαλκάνια, κ.ά. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν, επίσης, οι οικονομικές επιτυχίες πολλών βλαχόφωνων μελών της διασποράς στην Αυστροουγγαρία[25] και ιδιαίτερα η καθιέρωση των εμπορικών ελληνικών κομπανιών σε Σιμπίου[26], Μπρασόβ[27] αλλά και στη Βιέννη[28]. Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης υπήρξε η οικονομική κυριαρχία της διασποράς, αφού στο Βουκουρέστι με πληθυσμό περίπου 50 χιλιάδες κατοίκους το 1820, η διασπορά κατείχε πάνω από 70 μεγάλους εμπορικούς οίκους[29], ενώ πολλά μέλη της ήταν σαράφηδες[30], γαιοκτήμονες[31], ιδιοκτήτες χανιών, κ.ά. Ήταν η εποχή της κυριαρχίας του εμπορίου (1804-1822), δείγμα της οποίας αποτελεί ο μεγαλέμπορος Κωνσταντίνος Λαδάς στο Βουκουρέστι, παρ’ όλο που η ρωσική κατοχή (1806-1812) οδήγησε σε προσάρτηση της Βεσσαραβίας από τη Ρωσία.[32]. Μια καταγραφή των συντεχνιών των εμπόρων και επαγγελματιών της Βλαχίας το 1821, δείχνει, επίσης, το σημαντικό αριθμό μελών της ελληνικής διασποράς σε όλη τη Βλαχία[33].

Σημαντική ήταν επίσης, η παρουσία της ελληνικής διασποράς στη Μολδαβία, με οθωμανική ή με ξένη υπηκοότητα. Οι Παναγιώτης Μουμτζής, Αλέκος Αφεντούλης, Γρηγόρης Καρασάβας και Κωστάκης Πλαγινός ήταν σαράφηδες στο Γαλάτσι όπως και ο Γιαννέτος στο Μπαρλάντ[34], οι Αθανάσιος Γκάνης και Αποστόλης Ι. Πετρινός εμπορεύονταν δέρματα, ο Ανδρέας Παύλου ήταν μεγαλέμπορος στο Ιάσιο, κ.ά[35]. Μέλη της διασποράς ήταν, επίσης, ενοικιαστές αγροκτημάτων[36], και άλλοι διέθεταν ξένη υπηκοότητα[37]. Η ιστορία των αδελφών Τzιγαρά από την Ήπειρο που ήταν έμποροι με τη Ρωσία και νοίκιασαν το τελωνείο του Γαλατσίου, είναι ενδεικτική του σημαντικού ρόλου της διασποράς στη Μολδαβία αυτή την περίοδο[38]. Σημειώνουμε, τέλος, το εργοστάσιο μακαρονιών στο Γαλάτσι του Νικηφόρου Μουστάκωφ (1816), ενώ το1813 οι Πέτρος Βασιλείου, αδελφοί Οικονόμου, Λάσκαρης Λάμπρου και Αναστάσιος Μαργαρίτης της διασποράς από τη Βιέννη, αποφάσισαν να κάνουν επενδύσεις στη Μολδαβία[39].

Ουσιαστική ήταν, επίσης, η παρουσία της διασποράς στην εκκλησία, στα γράμματα και στην καλλιέργεια του πνεύματος. Η εκκλησία με την ελληνική γλώσσα και τα μοναστήρια με Έλληνες ηγούμενους[40], τα σχολεία και ιδιαίτερα οι Πριγκιπικές Ακαδημίες Ιασίου και Βουκουρεστίου[41], η κατ’ οίκον διδασκαλία των νεαρών Βογιάρων[42], η γλώσσα, τα τυπογραφεία και οι εκδόσεις[43], η παρουσία μελών της διασποράς στη διοίκηση των χωρών[44], οι Έλληνες γιατροί[45], κ.ά, αποτέλεσαν τις αιτίες συγκέντρωσης σημαντικού αριθμού λογίων της διασποράς βόρεια του Δούναβη. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η ίδρυση της Ελληνοδακικής Φιλολογικής Εταιρείας το 1810 με κινητήριο μοχλό τον Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο[46], στην οποία συμμετείχαν πλήθος λογίων του νεοελληνικού διαφωτισμού[47]. Ανάλογης σπουδαιότητας υπήρξε και η Ακαδημία του Ιασίου, που αναδιοργανώθηκε μετά το 1810 και διέθετε καθηγητές υψηλού επιπέδου[48]. Σημαντικός αριθμός εντόπιων Βογιάρων, τόσο στη Μολδαβία όσο και στη Βλαχία, γνώριζαν την ελληνική γλώσσα, είχαν συνεργασία με τους Έλληνες λόγιους και έρχονταν σε επαφή με τις δυτικές ιδέες μέσω των ελληνικών συγγραμμάτων και των μεταφράσεων[49]. Η καθιέρωση της ελληνικής παιδείας έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε λίγο πριν την έκρηξη της Επανάστασης του 1821 «… η ελληνική επιρροή αυξανόταν όλο και περισσότερο και κατέληξε με την απόλυτη κυριαρχία της σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής των Ρουμανικών χωρών»[50].

Η ελληνική επανάσταση του 1821 υπήρξε ολέθρια για την ελληνική διασπορά στη Μολδοβλαχία, όταν νέοι Ηγεμόνες ορίστηκαν (1822-1828) οι Γρηγόριος Αλ. Γκίκας στη Βλαχία και Ίων Αλ. Στούρτζα στη Μολδαβία. Από το 1822 και μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης της Αδριανούπολης, οι διώξεις του ελληνισμού στη Μολδοβλαχία υπήρξαν χωρίς προηγούμενο[51]. Η ελληνική διασπορά κινδύνευσε με πλήρη αφανισμό, υπό το πρόσχημα της δίωξης των επαναστατών «εταιριστών», που συλλαμβάνονταν στη Μολδαβία και στη Βλαχία και θανατώνονταν κατά δεκάδες στη Σιλίστρια. Οι έγγραφες εντολές της Υψηλής Πύλης ήταν αυστηρές[52], ενώ ακόμη μεγαλύτερος υπήρξε ο ζήλος υλοποίησής τους από τους νέους Ηγεμόνες με την βοήθεια του οθωμανικού στρατού[53]. Μερικές από αυτές τις διώξεις στη Βλαχία και Μολδαβία καταγράφει ο Γάλλος πρόξενος στο Βουκουρέστι Ουγκώ[54], ενώ καταγράφονται, επίσης, δημεύσεις και διαρπαγές περιουσιών των επαναστατών στη Μολδαβία[55]. Η φυγή υπήρξε ένας τρόπος αντίδρασης, ενώ η απόκτηση της υπηκοότητας του εντόπιου πολίτη υπήρξε ένας άλλος τρόπος απάντησης πολλών βογιάρων μελών της διασποράς στα επόμενα χρόνια[56].

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον έπρεπε να ζήσει και να προσπαθήσει να καθιερωθεί ο Νικόλαος Αλ. Σούτσος, όπως και πολλά άλλα μέλη της διασποράς που είχαν εγκατασταθεί στη Μολδοβλαχία τα προηγούμενα χρόνια. Ταυτόχρονα, επιδίωξη της ρωσικής πολιτικής ήταν ο πολιτικός και οικονομικός έλεγχος της περιοχής του Δούναβη, αφού φρόντισε από το 1812 να προσαρτήσει τη Βεσσαραβία, ενώ η ηττημένη Υψηλή Πύλη ήταν ανίκανη να αντιταχθεί στις ρωσικές επιδιώξεις.

Στις 17 Ιουνίου 1829 ο Ρώσος Διοικητής των Ηγεμονιών στρατηγός Φεοντόρ Ζελτούκιν δημιούργησε μία επιτροπή από τέσσερα μέλη για κάθε Ηγεμονία, με αρμοδιότητα τη σύνταξη σχεδίων Οργανικών Κανονισμών (Regulanente Organice) με βάση τις ρωσικές υποδείξεις, που θα αποτελούσαν εφεξής το νέο συνταγματικό χάρτη λειτουργίας των Ηγεμονιών. Την επιτροπή για τον Οργανικό Κανονισμό της Μολδαβίας αποτελούσαν οι Μιχαήλ Στούρτζα (ο μελλοντικός Ηγεμόνας Μολδαβίας), Κων. Καντακουζηνός – Πασκάνου (πεθερός του Νικόλαου Αλ. Σούτσου), Γεώργιος Καταρτζή και Κων. Κονάκη.

Το 1829 ο Νικόλαος βρισκόταν σε αγρόκτημα συγγενών της γυναίκας του, εξ αιτίας επιδημίας στο Ιάσιο. Στα Απομνημονεύματά του καταγράφει παραστατικά την τα αποτελέσματα αυτής της θανατηφόρας επιδημίας, καθώς και το βαρύτατο χειμώνα 1829-1830 στη Μολδαβία. Αλλά την Άνοιξη του 1830 ξέσπασε στο Ιάσιο νέα επιδημία χολέρας, θύμα της οποίας υπήρξε ο κουνιάδος του Νικόλαου, ο Γεώργιος Καντακουζηνός – Πασκάνου. Ο Νικόλαος με την οικογένειά του πέρασε όλο το 1830 στα κτήματά του μακριά από το Ιάσιο, ενώ σύμφωνα με τα ήθη της εποχής, πήρε την υπηκοότητα του Μολδαβού πολίτη από τη γυναίκα του[57]. Εν τω μεταξύ το Σεπτέμβριο του 1829 παραιτήθηκε ο στρατηγός Ζελτούκιν και αντικαταστάθηκε το Νοέμβριο από το στρατηγό Πάβελ Κισελέφ. Οι εργασίες σύνταξης των Οργανικών Κανονισμών ολοκληρώθηκαν στις 30 Μαρτίου 1830 και μία επιτροπή, στην οποία συμμετείχε και ο μετέπειτα Ηγεμόνας Μιχαήλ Στούρτζα, στάλθηκε στην Αγία Πετρούπολη για την τελική επεξεργασία των κειμένων των Οργανικών Κανονισμών. Τα κείμενα επέστρεψαν στη Μολδαβία και Βλαχία στην τελική τους μορφή και Έκτακτες Συνελεύσεις επιφορτίστηκαν για την τελική τους έγκριση. Το ολοκληρωμένο κείμενο του Οργανικού Κανονισμού της Μολδαβίας τέθηκε σε ισχύ στη 1 Ιανουαρίου 1832, οκτώ μήνες αργότερα από αυτόν της Βλαχίας[58].

 

  1. Η Συνθήκη της Αδριανούπολης και οι εξελίξεις στη Μολδαβία

 

Η Συνθήκη της Αδριανούπολης στις 2/14 Σεπτεμβρίου 1829, σε συνέχεια της Συνθήκης του Άκερμαν το 1826[59], αποτέλεσε την επισφράγιση της νίκης της Ρωσίας επί των Οθωμανών, έδωσε νέο προσανατολισμό στη Μολδοβλαχία και καθόρισε τις εξελίξεις στη Βαλκανική μέχρι τον Κριμαϊκό Πόλεμο και τη Συνθήκη των Παρισίων στις 30 Μαρτίου 1856[60]. Με τις ρυθμίσεις της η Μολδαβία και η Βλαχία (άρθρο 5) «θα απολαμβάνουν την ελεύθερη εκτέλεση της θρησκείας τους, την ασφάλειά τους, ανεξάρτητη εθνική διοίκηση και πλήρη ελευθερία εμπορίου», ενώ με ξεχωριστή πράξη στη συμφωνία ρυθμίστηκαν τα λειτουργικά θέματα των δύο Ηγεμονιών, (διά βίου θητεία των Ηγεμόνων, αρμοδιότητες Συνελεύσεων, κατεδάφιση οθωμανικών φρουρίων, απόδοση των περιοχών Βραΐλα, Γιούργεβο και Τούρνου στη Βλαχία, αποχώρηση των μουσουλμάνων σε 18 μήνες από τα εδάφη των Ηγεμονιών, κ.ά.). Ταυτόχρονα οι χώρες παρέμειναν υπό Οθωμανική κυριαρχία αλλά προστατευόμενες της Ρωσίας[61].

Μία από τις κύριες φροντίδες της ρωσικής διοίκησης στη Μολδοβλαχία ήταν, όπως σημειώθηκε, η σύνταξη Γενικών Κανονισμών (Regulamente Organice), δηλαδή οιονεί Συνταγμάτων, που έθεσαν σε εντελώς νέες βάσεις την οργανωτική και διοικητική λειτουργία των Ηγεμονιών[62]. Στόχος της ρωσικής πολιτικής ήταν η παράταση της παρουσίας της στη Μολδοβλαχία μέσω των ρυθμίσεων των Οργανικών Κανονισμών. Ταυτόχρονα βελτιώθηκε η συστηματική εκμετάλλευση των αγροκτημάτων με την καθιέρωση της ελευθερίας του εμπορίου και των εξαγωγών, με άμεσα και θεαματικά αποτελέσματα. Η παραγωγή δημητριακών διπλασιάστηκε το 1831-1833 σε σχέση με το 1829, ενώ το 1840 διπλασιάστηκαν και οι εκτάσεις που διατίθενταν για καλλιέργεια δημητριακών. Η Βραΐλα και το Γαλάτσι έγιναν ελεύθερα λιμάνια το 1836 και 1837, νέα ελληνική διασπορά εγκαθίστατο κατά μήκος του Δούναβη και το εμπόριο γνώριζε θεαματική άνοδο. Εξ άλλου, με τις ρυθμίσεις των Οργανικών Κανονισμών, γίνονταν γρήγορα βήματα απόκτησης νέων θεσμών λειτουργίας των Ηγεμονιών και ένταξης όλης της λεκάνης του Δούναβη στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίου. Όπως έχει ήδη υπογραμμιστεί, αυτή την περίοδο τα δημητριακά είχαν την αξία που έχει στις μέρες μας το πετρέλαιο και η σημασία τους αυξήθηκε ακόμη περισσότερο μετά το 1846 και την κατάργηση των δασμών εισαγωγής τους στη Μεγάλη Βρετανία[63].

Στο διάστημα αυτό οι εντόπιοι γαιοκτήμονες που έλεγχαν την αγροτική παραγωγή, δηλαδή μεγάλου μέρους του πλούτου της Μολδοβλαχίας, ήταν χωρισμένοι σε παρατάξεις συμφερόντων. Τώρα πλέον οι νέοι συσχετισμοί πολιτικών δυνάμεων ήταν μεταξύ φίλων των Οθωμανών, των Ρώσων και των Αυστριακών, ενώ η βιβλιογραφία αναφέρει και Βογιάρους που ήταν ενταγμένοι στο εθνικό κόμμα, δηλαδή δυνάμεις που έθεταν πάνω απ’ όλα τα συμφέροντα της Μολδοβλαχίας. Όμως «… οι Βογιάροι δεύτερης τάξης είχαν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην Πύλη. Οι Ηγεμόνες Στούρτζα και Γκίκας διατηρούσαν επ’ ευθείας σχέσεις με την Πύλη ενώ, αντιθέτως, πολλοί από τους αριστοκράτες τα περίμεναν όλα από τη Ρωσία»[64]. Στη Μολδαβία, στη ρωσική πλευρά κατατάσσονταν οι Βογιάροι Γρηγόριος Στούρτζα και ο γιος του Μιχαήλ (ο μετέπειτα Ηγεμόνας Μολδαβίας), Ρωσσέτης Ρασνοβάνου, Κ. Παλάδης-Μπογδάν, Κωνσταντίνος και Γεώργιος Καντακουζηνός, Γεώργιος και Κωνσταντίνος Καταρτζή, Ν. Κάντα, κ.ά. Στη χωρία των ρωσόφιλων κατατάσσονται, επίσης, ο Νικόλαος και ο αδελφός του Γεώργιος Αλ. Σούτσος.

Οι ρωσικές δυνάμεις κατοχής, παράλληλα, αξιοποίησαν πολλά μέλη της ελληνικής διασποράς των Ηγεμονιών σε σημαντικές διοικητικές θέσεις. Ο γιατρός Νικόλαος Μαύρος και πεθερός του μετέπειτα Πρωθυπουργού Ίωνα Γκίκα, ήταν διοικητής των λοιμοκαθαρτηρίων και γραμματέας του γενικού διοικητή Πάβελ Κισελέφ[65]. Ο Αλέξανδρος Βηλαράς ήταν Υπουργός οικονομικών της Βλαχίας, οι Δημήτριος Χρυσοσκολέου και Αθανάσιος Χριστόπουλος δικαστές, ενώ ο Μανωλάκης Αργυρόπουλος μέλος της δωδεκαμελούς κυβέρνησης της Βλαχίας, κ.ά[66]. Αυτή την περίοδο, επίσης, καθιερωνόταν στα πολιτικά πράγματα της Βλαχίας ο γιατρός Αποστόλης Αρσάκης, που έφτασε το καλοκαίρι του 1862 να γίνει Πρωθυπουργός της Ρουμανίας ενώ διατέλεσε επί πολλά χρόνια Υπουργός Εξωτερικών της Βλαχίας και της ενιαίας Ρουμανίας.

 

  1. Η καθιέρωση του Νικόλαου Αλ. Σούτσου στη Μολδαβία (1831-1839)

Γενικός διοικητής της Μολδοβλαχίας κατά τη διάρκεια της Ρωσικής κατοχής μετά το Νοέμβριο του 1829, διορίστηκε ο κόμης Κισελέφ[67]. Οι νέοι Γενικοί Κανονισμοί τέθηκαν σε εφαρμογή το 1831-1832, ενώ αντιπρόεδρος της ρωσικής διοίκησης στη Μολδαβία ήταν ο Ρώσος στρατηγός Μίρκοβιτς, που κατοικούσε στο σπίτι του πεθερού του Νικόλαου, στου Κωνσταντίνου Καντακουζηνού – Πασκάνου. Ο Νικόλαος Αλ. Σούτσος σημειώνει ότι με το στρατηγό Μίρκοβιτς «είχαμε στενές, καθημερινές σχέσεις»[68]. Οι καθημερινές τους λοιπόν σχέσεις αποτέλεσαν την ευκαιρία να φανούν οι ικανότητες του νεαρού Νικόλαου, ήταν μόλις 33 χρονών. Οι ικανότητες αλλά και τα φιλορωσικά του αισθήματα, οδήγησαν το στρατηγό Μίρκοβιτς να τον αξιοποιήσει στα πολιτικά πράγματα της Μολδαβίας.

Το 1831 του πρότεινε να ενταχθεί σε ομάδα εξέτασης παραπόνων των πολιτών για καταχρήσεις των υπαλλήλων κατά την σύνταξη των Οργανικών Κανονισμών, με αρμοδιότητα σε πέντε νομούς της Μολδαβίας. Ο Νικόλαος αποδέχθηκε την πρόταση διότι η γνώμη του για τους Οργανικούς Κανονισμούς ήταν απολύτως θετική. Την αντιπαραβάλλει με την προχειρότητα της διοικητικής οργάνωσης της Μολδαβίας πριν το 1831[69] και σημειώνει ότι «επρόκειτο για μια φιλελεύθερη επανάσταση, χωρίς βία και αναστατώσεις»[70]. Αυτή υπήρξε η πρώτη ενασχόληση του Νικόλαου με τα κοινά της Μολδαβίας, θέση στην οποία επέδειξε υπευθυνότητα και ζήλο. Στην προσπάθεια αυτή αρρώστησε στη Φωξάνη και πήγε στο Βουκουρέστι για ανάρρωση, όπου έμεναν η αδελφή του και η μητέρα του. Κατοικούσαν στο ισόγειο του σπιτιού του γαμπρού του Μεϊντάνη. Εκεί γνώρισε και τον κόμη Κισελέφ, που κατοικούσε στον επάνω όροφο της οικίας Μεϊντάνη[71].

Στις αρχές του 1832 ο στρατηγός Μίρκοβιτς, που φαίνεται να είχε πειστεί για τις δυνατότητες του Νικόλαου, του πρότεινε να αναλάβει πρόεδρος του Εμπορικού Δικαστηρίου του Ιασίου, νέο θεσμό που δημιούργησε ο Οργανικός Κανονισμός της Μολδαβίας. Ο Νικόλαος δέχθηκε τη θέση και την πρόκληση, ανταποκρινόμενος τόσο με μελέτη και εισαγωγή σύγχρονης εμπορικής νομοθεσίας, κυρίως τους εμπορικούς κώδικες Γαλλίας και Ιταλίας, όσο και με την καθιέρωση Εμπορικού Μητρώου και Αρχείου[72].

Η συστηματικότητα, η αποτελεσματικότητα και οι καινοτομίες στην εργασία του οδήγησαν το στρατηγό Μίρκοβιτς να του προτείνει στα μέσα του 1832 τη θέση του Ποστέλνικου, που σήμαινε Γραμματέας του Κράτους, δηλαδή μέλος στην εξαμελή Κυβέρνηση της Μολδαβίας. Στο Συμβούλιο συμμετείχε, επίσης, ο μετέπειτα Ηγεμόνας Μολδαβίας Μιχαήλ Στούρτζα ως Υπουργός Δικαιοσύνης[73]. Στη νέα, πολύ ποιο σημαντική θέση, ο Νικόλαος αισθάνθηκε στις αρχές αρκετά ζαλισμένος. Βρισκόταν σε μια τόσο υπεύθυνη θέση, όπως σημειώνει στα απομνημονεύματά του, «στερούμενος εμπειρίας τέτοιων υποθέσεων, στην ηγεσία ενός Υπουργείου που δεν είχε ούτε προηγούμενο, ούτε αρχεία, αισθανόμενος ότι έπρεπε να ξεκινήσω με το να το οργανώσω και δεν πίστευα στις δυνατότητές μου»[74]. Εργάσθηκε, ωστόσο, σκληρά και συστηματικά «χωρίς να ζητά τίποτε, πετυχαίνει σε όλα και καθίσταται αναντικατάστατος», ομολογεί σύγχρονός του πολιτικός[75]. Όλα τα έγγραφα που φτάνουν στην ηγεσία της ρωσικής διοίκησης, δηλαδή στον Κισελέφ και στο Μίρκοβιτς, περνούν από τα χέρια του Ποστέλνικου Νικόλαου. Ο ίδιος επεξεργάζεται τα σχέδια νόμων και συμβάλλει με τις ιδέες του στη σωστή εφαρμογή των Οργανικών Κανονισμών. Αποτελεί τον πρωταγωνιστή εκσυγχρονιστικών επιλογών για τη Μολδαβία και δεν διστάζει να υποδείξει στον Κισελέφ τα λάθη του Οργανικού Κανονισμού κατά τη σύνταξή του, παρ’ όλο που ο ίδιος τον τηρούσε με ευλάβεια. Συμβουλεύει τους φίλους του να βοηθήσουν στην ίδρυση στέρεων θεσμών στο κράτος, «γιατί οι άνθρωποι φεύγουν αλλά οι θεσμοί παραμένουν… και θα υπηρετήσουν σωστά την κοινωνία»[76].

Μία από τις αρμοδιότητές του ως Γραμματέας του Κράτους ήταν να έχει συνεργασία με τους ξένους Προξένους στο Ιάσιο, δηλαδή να ασκεί μέρος της εξωτερικής πολιτικής της Μολδαβίας. Ο αριθμός των ξένων προξενείων αυτό το διάστημα αυξήθηκε, ενώ οι Πρόξενοι εκείνη την εποχή αναμειγνύονταν στα θέματα των υπηκόων τους (sudiți) μέχρι και στις δικαστικές τους υποθέσεις, ενέργειες που σήμερα φαντάζουν ανεπίτρεπτες[77]. Η λειτουργία του Νικόλαου σ’ αυτή τη θέση ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και οδηγούσε σε συγκρούσεις, πολύ περισσότερο γιατί τον αντιμετώπιζαν ως «εργαλείο του στρατηγού Κισελέφ»[78]. Συνεχείς ήταν οι διαφωνίες του με τον Αυστριακό Πρόξενο Wallenburg για το θέμα των ξένων υπηκόων όπως και για το θέμα των Εβραίων, που ήταν πολυπληθείς στη Μολδαβία, τονίζοντας ότι «… η Κυβέρνηση δεν μπορεί να αναγνωρίσει τη νομοθεσία ενός ξένου Προξένου»[79]. Παρ’ όλα αυτά, «με τον τρόπο του στην εκτέλεση της υπηρεσίας του, δεν επέτρεπε στους προξένους να ξεπερνούν τα δικαιώματα και το ρόλο τους…»[80]. Ο Νικόλαος εργάστηκε συστηματικά για την εφαρμογή του Οργανικού Κανονισμού στη Μολδαβία, πεισμένος ότι η εφαρμογή του ήταν προς το συμφέρον του λαού της Μολδαβίας. Ταυτόχρονα αναγνώριζε τη συστηματική εργασία και προσφορά του στρατηγού Κισελέφ, που του πλέκει το εγκώμιο, ιδιαίτερα για τον τρόπο εισαγωγής και εφαρμογής του Οργανικού Κανονισμού της Μολδαβίας σε σχέση με τους Βογιάρους[81].

Οι ισχύοντες, πλέον, Οργανικοί Κανονισμοί της Μολδαβίας και της Βλαχίας αποτελούσαν για τη Ρωσία το κατάλληλο εργαλείο ελέγχου των εξελίξεων στην ευαίσθητη περιοχή βόρεια του Δούναβη. Για το λόγο αυτό με τη Συνθήκη της Αγίας Πετρούπολης στις 17/29 Ιανουαρίου 1834 αποφάσισαν την αποχώρησή τους από τις Ηγεμονίες, φροντίζοντας για τα πρόσωπα που θα διορίζονταν νέοι Ηγεμόνες. Η Υψηλή Πύλη και η Αγία Πετρούπολη συμφώνησαν τον Απρίλιο του 1834 στο διορισμό του Μιχαήλ Γρ. Στούρτζα Ηγεμόνα στη Μολδαβία και του Αλέξανδρου Δημ. Γκίκα Ηγεμόνα στη Βλαχία για θητεία επτά ετών[82].

O Μιχαήλ Στούρτζα (1795-1884), γιος του Λογοθέτη Γρηγόριου και της Μαρίας Καλλιμάχη, ήταν γόνος μιας από τις μεγαλύτερες οικογένειες της Μολδαβίας. Υπήρξε μέλος της επιτροπής σύνταξης του Οργανικού Κανονισμού της Μολδαβίας, άριστος γνώστης της γαλλικής και της ελληνικής γλώσσας και ανήκε στο φιλορωσικό κόμμα[83]. Συντηρητικός στις απόψεις και θιασώτης των Οργανικών Κανονισμών, παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο με τη Σάφτα Ρωσέττη και σε δεύτερο γάμο με την Σμαράγδα, κόρη του ζάπλουτου Φαναριώτη τραπεζίτη Στέφανου Βογορίδη, Μεγάλου Δραγουμάνου της Πύλης. Ο δεύτερος γάμος του έγινε το 1834, όταν βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη για τις τελετές ενθρόνισής του ως Ηγεμόνα της Μολδαβίας[84].

Η πορεία του Νικόλαου Αλ. Σούτσου στα πολιτικά πράγματα της Μολδαβίας μετά το 1834 συνδέεται στενά με αυτήν του Μιχαήλ Γρ. Στούρτζα. Η σύνδεση αυτή, ωστόσο, έφτανε μέχρι του σημείου όπου και οι δύο πίστευαν ότι η Ρωσία αποτελούσε την καλύτερη επιλογή για την πρόοδο της Μολδαβίας. Κατά τα υπόλοιπα ήταν άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί, με διαφορετικές αρχές, διαφορετική παιδεία και διαφορετικούς στόχους και πάθη. Ο Νικόλαος σημειώνει για τον Ηγεμόνα ότι «ήταν προικισμένος με εύστροφο και ραφινάτο πνεύμα. Κατείχε αρκετά ευρείες γνώσεις και διέθετε απίστευτη μνήμη. Είχε το χάρισμα του λέγειν και διέπρεπε κατά την εξάσκηση και παραπλάνηση του συνομιλητή του με τις γνώσεις και τα λόγια του. Ήταν εργατικός, συζητούσε τα προβλήματα σε λεπτομέρειες και υποχωρούσε στα προφανή. Συγκέντρωνε το ταλέντο του διευθυντή, του ταμία και του νομικού και κατείχε όσο κανείς άλλος στοιχεία σχετικά με τα ήθη, συνήθειες και ανάγκες της χώρας του…»[85]. Ωστόσο, οι διαφορετικές επιδιώξεις τους φάνηκαν τόσο σε όλη τη διάρκεια της Ηγεμονίας του Μιχαήλ Στούρτζα (1834-1849), όσο και από την κρίση της Ιστορίας, που είναι ο πλέον αντικειμενικός κριτής. Όταν πέθανε ο Μιχαήλ Στούρτζα στο Παρίσι το 1884, ο Βασιλιάς της Ρουμανίας Κάρολος Α΄ σημείωνε: «… ο πρώην Ηγεμόνας Μιχαήλ Στούρτζα λέγεται ότι άφησε κληρονομιά 30 εκατ. φράγκα. Το ποσόν χωρίστηκε σε πέντε ίσα μέρη και ο (Ρώσος γαμπρός) Πρίγκιπας Γκορτζακώφ έλαβε έξι εκατ. Στη χώρα όπου χρωστούσε την καριέρα του δε δώρισε τίποτε και στη Μολδαβία δεν χύθηκε ούτε ένα δάκρυ γι’ αυτόν»[86]. Η φιλοχρηματία του τον οδήγησε να εμπορεύεται θέσεις στην εκκλησία και στα μοναστήρια, να παρεμβαίνει στην εξέλιξη δικαστικών υποθέσεων, να ιδιοποιείται κληρονομιές[87], να καταπατεί και να ιδιοποιείται αγροκτήματα[88], να εμπορεύεται τίτλους ευγένειας, κ.ά[89], ώστε το 1849 να είναι «ο ποιο πλούσιος άνθρωπος της Μολδαβίας»[90].

Τον Απρίλιο του 1834, στην πρώτη κυβέρνηση που σχημάτισε ο Μιχαήλ Στούρτζα επιστρέφοντας από την τελετή ενθρόνισής του στην Κωνσταντινούπολη, ο Νικόλαος Σούτσος συνέχισε να συμμετέχει σ’ αυτήν ως Ποστέλνικος όπως και προηγουμένως, δηλαδή ως γραμματέας του κράτους. Ο φόρτος της εργασίας του Νικόλαου ήταν τεράστιος, ώστε να λέγει για τον εαυτό του ότι «… η εργασία ήταν για μένα μια αναγκαία τροφή… την ημέρα που δεν ασχολιόμουν τρεις με τέσσερις ώρες γράφοντας, ήταν ημέρα χαμένη για μένα». Η συμμετοχή του στη νέα κυβέρνηση ξεκίνησε, επίσης, με δύο μετάλλια αναγνώρισης. Ένα της Οθωμανικής Αυλής που του παρείχε τον τίτλο του Μπέη και δεύτερο της Αυλής της Ρωσίας, αυτό της Αγίας Άννας δεύτερης τάξης. Ταυτόχρονα επιφορτίστηκε με την ευθύνη της επίσημης και προσωπικής αλληλογραφίας του Ηγεμόνα Μιχαήλ Στούρτζα[91].

Η περίοδος 1832-1839, στο διάστημα δηλαδή που υπηρέτησε ως Ποστέλνικος τις νέες δομές του κράτους της Μολδαβίας, υπήρξε έντονα δημιουργική για τον Νικόλαο Αλ. Σούτσο. Δημιουργική υπήρξε, φυσικά, και η περίοδος μετά το 1838, όμως αυτά τα πρώτα χρόνια που είχε το νεανικό ενθουσιασμό και τη δυνατότητα πρωτοβουλιών, ο Νικόλαος ήταν ο ποιο σημαντικός παράγοντας στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική του Ηγεμόνα. Ήταν γνώστης όλων των μυστικών της Ηγεμονίας, δημιουργός όλων των προγραμμάτων, εργάτης ακούραστος και αναντικατάστατος. Όλη η νομοθεσία επί Ηγεμονίας Μιχαήλ Στούρτζα, όλα τα μέτρα και οι σχεδιασμοί φέρνουν τη σφραγίδα του Νικόλαου[92], που γνώριζε, επίσης, να μην ξεπερνά τη θέση του. Γνώστης της γαλλικής κουλτούρας, έκανε πράξη πολλές φιλελεύθερες ιδέες χωρίς τυμπανοκρουσίες και περιττά λόγια. Ταυτόχρονα γνώριζε μέχρι ποιού σημείου έπρεπε να φτάνει η συνεργασία του με τους Προξένους των ξένων χωρών στο Ιάσιο, ακόμη και με τους Ρώσους Τιμκόβσκι (1832-1835), Βαντσέσκο (1835-1837) και Μπεσάκ (1837-1838). Ο τελευταίος, που έφτασε στο Ιάσιο τον Αύγουστο του 1837, θέλησε να επιβάλλει ακόμη περισσότερο το ρωσικό έλεγχο στη Μολδαβία και προσπάθησε να περιορίσει τις αρμοδιότητες των άλλων προξενείων επί των υπηκόων τους (sudiți) στα δικαστήρια της Μολδαβίας και στη φορολογία τους, θέση στην οποία αντιτάχθηκε σθεναρά η Αυστρία[93]. Η συμπεριφορά του Ρώσου Προξένου αποτέλεσε την αιτία της παραίτησης του Νικόλαου από την κυβέρνηση το Σεπτέμβριο του 1837, θέση στην οποία τον επανέφερε ο Ηγεμόνας το Μάρτιο του 1838 παρά την αντίθεη του Ρώσου Προξένου[94]. Στο νέο Ρώσο Πρόξενο προσέτρεχαν πολλοί Βογιάροι ρωσικής επιρροής, σχηματίζοντας αντιπολίτευση στον Ηγεμόνα Στούρτζα. Ανάμεσά τους οι οικογένειες Καταρτζή και Κάντα (της ίδιας οικογένειας ήταν και ο Μητροπολίτης Μολδαβίας Βενιαμίν Κωστάκη), που προσπαθούσαν να προσεταιριστούν και τον Νικόλαο[95]. Ο Ποστέλνικος Νικόλαος δεν υιοθέτησε τέτοιες πρακτικές, ενώ η σύγκρουσή του με το Ρώσο Πρόξενο Μπεσάκ τον οδήγησε στην οριστική του παραίτηση τον Μάρτιο του 1839. Στη θέση του τοποθετήθηκε ο αδελφός του Γεώργιος[96]. Ωστόσο, η εργασία και η προσφορά του ανταμείφτηκαν ηθικά από τον Ηγεμόνα Μιχαήλ Στούρτζα: το 1835 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Βόρνικου, το 1843 ο τίτλος του Μεγάλου Λογοθέτη, ενώ το 1842 παρασημοφορήθηκε με το Σταυρό του Σωτήρος[97].

 


 

  1. Νέοι προσανατολισμοί (1840-1849)

 

Η αδιάκοπη και εργώδης προσπάθεια επί επτά συνεχή χρόνια, περίπου, στην καίρια αυτή θέση, κούρασαν τον Ποστέλνικο Νικόλαο. Είχε ανάγκη ξεκούρασης. Διαπίστωνε, όμως, ότι είχε ανάγκη και ανανέωσης των σκέψεών του, σύμφωνα με τις διεθνείς εξελίξεις. Ο φόρτος εργασίας και το συγγραφικό του έργο, τού στερούσαν τη δυνατότητα της στενής παρακολούθησης των αλλαγών που συντελούνταν στις προηγμένες χώρες της Δύσης. Παράλληλα ο μεγάλος του γιος Αλέξανδρος σπούδαζε στη Γενεύη και θα συνέχιζε στο Παρίσι, ενώ ο μικρότερος Κωνσταντίνος θα ξεκινούσε σπουδές στη Γενεύη. Συνδέοντας την ξεκούραση με τις ανάγκες της οικογένειας, ξεκίνησε το Μάιο του 1839 με τη γυναίκα ένα μεγάλο ταξίδι στη Δυτική Ευρώπη: Βιέννη, Βενετία, Μιλάνο, Γενεύη, Βέρνη, Παρίσι, κ.ά. Αποτελεί ερώτημα το γιατί δεν επισκέφθηκε την Αθήνα, αφού είχε σημεία αναφοράς μέλη της οικογένειας και συγγενείς, όπως και την Κωνσταντινούπολη. Πιθανόν να έμειναν για νεώτερο ταξίδι. Πάντως το ταξίδι αυτό το κατέγραψε ο ίδιος, ενώ του έδωσε την ευκαιρία να διαπιστώσει πολλά που θα ήταν χρήσιμα για τη Μολδαβία και, κυρίως, οι φιλελεύθερες απόψεις που τον ακολουθούσαν σ’ όλη του τη ζωή. Η πίστη του στο φιλελευθερισμό θα εκδηλωνόταν κατά τρόπο ριζοσπαστικό σε λίγα χρόνια, όπως και η επίγνωση του μέτρου στις φιλοδοξίες του. Γνώριζε ότι οι αντίπαλοί του τον κατηγορούσαν όχι για την εργασία και την προσφορά του, αλλά για την καταγωγή του. Φαναριώτη και Έλληνα τον αποκαλούσαν, θεωρώντας ότι αυτό ήταν μειωτικό και υποβάθμιζαν την προσφορά του, υπονοώντας ότι στόχευε στην κορυφή της Ηγεμονίας. Αναμφισβήτητα είχε όλα τα προσόντα για την κορυφή, αλλά δεν ήταν τέτοιου είδους οι φιλοδοξίες του.

Το 1840, μετά την επιστροφή του από το ταξίδι στη Δύση, ανάλαβε το υπουργείο Οικονομικών. Σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία έμεινε σ’ αυτή τη θέση μέχρι το 1843[98], αλλά διαπίστωνε ότι ο Ηγεμόνας δεν εκτιμούσε όπως έπρεπε την προσφορά του. «…αντιθέτως, η πορεία των πραγμάτων γινόταν όλο και ποιο ανώμαλη, τα μέλη της Συνέλευσης και οι υπάλληλοι στρατολογούνταν από τους πλέον ανίκανους και με κακή φήμη… (ο Ηγεμόνας) μου απαντούσε με απροθυμία, που έδειχνε ότι το είδος των υπηρεσιών και της αφοσίωσής μου δεν ήταν προς το συμφέρον του και σύμφωνα με τις προσδοκίες του… ο Ηγεμόνας, που μου αναγνώριζε ένα βαθμό ανεξαρτησίας χαρακτήρα…, άρχισε να με υποπτεύεται και να με αποφεύγει, εμπιστευόμενος ένα μέρος της αλληλογραφίας του σ’ άλλους…, σ’ ό,τι με αφορά, αισθανόμουν μια εσωτερική αποστροφή, κάθε φορά που έμπαινα στο γραφείο για συνεργασία… Παραιτήθηκα το 1843, προς ικανοποίηση αμφοτέρων, διατηρώντας παρ’ όλα αυτά καλές σχέσεις με τον Πρίγκιπα»[99].

Το 1843 διορίστηκε σε επιτροπή δημιουργίας κανονισμού δημόσιας εκπαίδευσης όπου πρωτοστάτησε σε ιδέες και εργασία και την ίδια χρονιά του απονεμήθηκε ο τίτλος του Μεγάλου Λογοθέτη. Έμελε, ωστόσο, η απονομή αυτής της διάκρισης να φέρει στην επιφάνεια όλο το φαρμάκι των αντιπάλων του. Γνώρισε, πλέον, την ανοιχτή επίθεση πολλών Βογιάρων εναντίον «του Φαναριώτη που ήταν αφοσιωμένος στους Ρώσους», ενώ λέγονταν ακόμη περισσότερα για το δήθεν πλούτο που συγκέντρωσε, την ίδια ώρα που η οικονομική του κατάσταση ήταν άσχημη[100].

Στο διάστημα 1843-1846 παρέμεινε μακριά από κυβερνητικές θέσεις, όμως το 1844 γνώρισε μία από τις μεγαλύτερες δυστυχίες της ζωής του. Έχασε τον ακούραστο συμπαραστάτη της ζωής του, τη γυναίκα του Αικατερίνη, που υπήρξε βοηθός, συνεργάτης και στήριγμα σ’ όλα του τα προβλήματα. Η μελαγχολία θα ήταν από εδώ και πέρα μόνιμος σύντροφος της ζωής του[101]. Οι γάμοι των παιδιών του, του Αλέξανδρου το 1845 και της Ευφροσύνης το 1846, μετρίασαν, κάπως, τον πόνο του συζύγου, αλλά και του ανθρώπου που έχασε πολλούς δικούς του σε μικρή ηλικία. Η κακή οικονομική του κατάσταση τον οδήγησε προς στιγμήν να σκεφθεί τις επιχειρήσεις και το 1846 υπέβαλε, μαζί με άλλους Βογιάρους, αίτηση για έγκριση κατασκευής και εκμετάλλευσης σιδηροδρομικής γραμμής. Η αίτηση εγκρίθηκε, αλλά δεν υπήρξε κανένα πρακτικό αποτέλεσμα[102].

Το 1843, επίσης, ο Μπεηζαντέ Νικόλαος ανέλαβε την πρωτοβουλία γνωριμίας και καθιέρωσης στη Μολδαβία μιας προσωπικότητας από τη Βλαχία, που έμελε να έχει λαμπρή εξέλιξη και να γίνει το 1870 Πρωθυπουργός της Ρουμανίας. Επρόκειτο για τον Ίωνα Δημ. Γκίκα (1816-1897), γαμπρό του Έλληνα γιατρού Νικόλαου Μαύρου. Ο Νικόλαος προσεκάλεσε τον Ίωνα να παραδώσει μαθήματα οικονομίας στο Ιάσιο και απέδειξε τόσο την εμπιστοσύνη του στη νέα γενιά, όσο και τον τρόπο που έβλεπε ότι έπρεπε να αξιοποιούνται οι ικανοί άνθρωποι[103].

Το Σεπτέμβριο του 1846 ο Ηγεμόνας του ζήτησε να αναλάβει το υπουργείο Δικαιοσύνης. Δέχθηκε με δισταγμούς τη νέα θέση, εξ αιτίας των πιέσεων του Ηγεμόνα. Από τη νέα του θέση, ωστόσο, διαπίστωνε από κοντά τα ελαττώματα του Μιχαήλ Στούρτζα, γιατί «ανακατευόταν προσωπικά και ευθέως στην πορεία της δικαιοσύνης και έπαιρνε αποφάσεις που δεν ήταν οι πλέον πρέπουσες»[104]. Κάθε μέρα και περισσότερο διαπίστωνε τις ίντριγκες γύρω από την Ηγεμονική Αυλή και ότι «η δικαιοσύνη απονεμόταν μόνο κατόπιν ορισμένων συμφερόντων και με στόχους προσωπικούς και πολιτικούς»[105]. Σημειώνει στα απομνημονεύματα ότι «… συνεργαζόμουν με τον Πρίγκιπα μια ή δυο φορές τη βδομάδα και συχνά εξερχόμουν από τη συνεργασία μας πολύ στενοχωρημένος. Είχε τη συνήθεια να ακολουθεί και να διακηρύττει με μακιαβελικό τρόπο ότι η εύνοια και η καταδίωξη ήταν δύο ενέργειες που οι αρχηγοί των κυβερνήσεων μπορούσαν να τα θέτουν στη διάθεση των σκοπών τους…»[106]. Κάθε μέρα και περισσότερο απομακρυνόταν από το περιβάλλον που τόσο συστηματικά υπηρέτησε από το 1834. Σήμερα πολλοί ειδικοί ασκούν κριτική στον Ποστέλνικο Νικόλαο, γιατί στα απομνημονεύματά του διατυπώνει επιτυχείς μεν, καθυστερημένες όμως κρίσεις για το ήθος του Ηγεμόνα Μιχαήλ Στούρτζα[107]. Πράγματι η ανηθικότητα, οι καταδιώξεις των αντιπάλων και η περιφρόνηση των νόμων από πλευράς Ηγεμόνα δεν πρέπει να ξεκίνησαν μετά το 1840. Ωστόσο, γύρω στο 1846, ο Νικόλαος του μίλησε ανοιχτά, συμβουλεύοντάς τον να πάρει ριζοσπαστικές αποφάσεις. Ήταν η περίοδος που ο γιος του Ηγεμόνα, ο Γρηγόριος Στούρτζα, βάρυνε με τη συμπεριφορά του ακόμη περισσότερο το αρνητικό για τον Ηγεμόνα κλίμα[108]. Αλλά ο Νικόλαος είχε απόλυτο δίκαιο και στα θέματα των παρεμβάσεων του ρωσικού προξενείου στη διακυβέρνηση της Μολδαβίας, παρεμβάσεις που τον οδήγησαν να παραιτηθεί αηδιασμένος στις αρχές του 1848. Η παραίτησή του, ωστόσο, δεν έκανε δεκτή από τον Ηγεμόνα με τη δικαιολογία ότι γινόταν επαναστατικές κινήσεις στη Μολδαβία.

Ήταν η εποχή της Γαλλικής επανάστασης του 1848, που τις φιλελεύθερες αρχές της ο Νικόλαος τις είχε ήδη από παλαιά ενστερνιστεί. Αυτός, άλλωστε, ήταν ο λόγος της απομάκρυνσής του από το περιβάλλον του Ηγεμόνα Στούρτζα. Το Μάρτιο του 1848 υπέβαλε εκ νέου παραίτηση και, εξ αιτίας των επαναστατικών κινήσεων στη Μολδαβία που δεν ευοδώθηκαν, ήλθε σε ευθεία σύγκρουση με τον Ηγεμόνα και αποτραβήχτηκε στο αγρόκτημά του μακριά από το Ιάσιο.

Η αποτυχία των επαναστατικών κινήσεων στη Μολδαβία είναι γνωστή[109] και ο Ηγεμόνας θέλησε να τιμωρήσει τους επαναστάτες χωρίς να ακούσει την κυβέρνησή του. Ο Ποστέλνικος Νικόλαος μαθαίνοντας τις προθέσεις του Ηγεμόνα, ήλθε στο Ιάσιο και ζήτησε ακρόαση. Μάταιη προσπάθεια. Ωστόσο, ενώ ετοιμαζόταν να επιστρέψει στο αγρόκτημά του, τον κάλεσαν σε σύσκεψη με άλλους Βογιάρους, με στόχο την από κοινού υπογραφή υπομνήματος προς τον Ηγεμόνα σε σχέση με τις επαναστατικές κινήσεις στη Μολδαβία. Υπέγραψε και αναχώρησε, όμως η αστυνομία με εντολή του Ηγεμόνα και με επί κεφαλής τον γιο του Ηγεμόνα, το Γρηγόριο Στούρτζα, συνέλαβε πολλούς επαναστάτες. Τον επόμενο μήνα ήλθε εντολή του Ηγεμόνα προς στον ίδιο, ότι του απαγορευόταν η έξοδος από το αγρόκτημά του[110]. Με επιστολή του εξέθεσε τις απόψεις του. Οι σχέσεις του με το Μιχαήλ Γρ. Στούρτζα τελείωσαν ταυτόχρονα με τις επαναστατικές κινήσεις του 1848 και δεν είχε καμιά επαφή μαζί του μέχρι την αντικατάστασή του το Μάιο του 1849.

Σήμερα, ωστόσο, συνδυάζοντας τα δεδομένα της περιόδου από διάφορες πηγές, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι αιτία της καθαίρεσης του Ηγεμόνα Μιχαήλ Στούρτζα αποτέλεσαν η συμπεριφορά και το ήθος του. Συγκεκριμένα, η Αυλή του Αυτοκράτορα της Ρωσίας κατέληξε στην απόφαση αντικατάστασής του ακόμη από τα τέλη του 1844, όπως αποδεικνύει μυστικό έγγραφο στην ελληνική γλώσσα από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας προς τον Γενικό Πρόξενο Daschkoff στο Βουκουρέστι, τον Ιανουάριο του 1845[111].

Στις κατευθύνσεις του Υπουργείου προς το Γενικό Πρόξενο σημειώνεται ότι «ελάβομεν τας εσχάτους αναφοράς του Γενικού Προξενείου περί της εν Μολδαβία καταστάσεως των πραγμάτων… Η προβαίνουσα εξασθένησις της Αρχής, και η πρόοδος των καταχρήσεων και της διαφθοράς εις όλας τα τάξεις της κοινωνίας φαίνεται να απαιτούσιν αναντιρρήτως την καθαίρεσιν του Ηγεμώνος… αφ’ εταίρου όμως… τα εξαγριωμένα πάθη εις Μολδαβίαν…, μας εμποδίζουσιν από του να λάβωμεν κατά τούτο οριστικά μέτρα και μας παρακινούσι ν’ αναβάλλωμεν προς το παρόν την απόφασίν μας εις το αντικείμενον τούτο… Απεφασίσαμεν λοιπόν να τω διευθύνωμεν την επισυναπτόμενην επιστολήν, την οποίαν απερχόμενος εις Ιάσιον θέλετε εγχειρίσει ο ίδιος. Εις τας μετ’ αυτού συνδιαλέξεις σας, είναι προ πάντων επάναγκες να εννοήση ο Ηγεμών ότι η μακροθυμία του Αυτοκράτορος έχει όρους…».

Το θέμα της παραπάνω επιστολής διέρρευσε στη Βλαχία και ένα κυβερνητικό στέλεχος από το Βουκουρέστι ενημέρωσε με δύο μυστικές και συνθηματικές επιστολές τον Ηγεμόνα Μιχαήλ Στούρτζα, στις 6 και στις 13 Ιανουαρίου 1845[112]. Είναι χαρακτηριστικό για τα ήθη της περιόδου, ότι η συμβουλή του προς τον Ηγεμόνα για την αντιμετώπιση του θέματος είναι ο χρηματισμός ενός προσώπου και η αποστολή ενός δεύτερου στην Πετρούπολη προς ενίσχυσή του στην Αυλή του Αυτοκράτορα, καθώς και η συμβουλή του να προσέχει τους συνεργάτες του διότι σκευωρούν εναντίον του. Η τελευταία, τρίτη κατά σειρά επιστολή, είναι στις 19 Ιανουαρίου από τον Υπουργό Αλέξανδρο Βηλαρά από το Βουκουρέστι, που τον ενημερώνει για τις συζητήσεις που είχε γι’ αυτό το θέμα ο Ηγεμόνας της Βλαχίας Αλέξανδρος Γκίκας με τον Ρώσο Γενικό Πρόξενο Daschkoff[113].

Τα έγγραφα αυτά αποδεικνύουν ότι τα πάθη του Ηγεμόνα ήταν η αποκλειστική αιτία της καθαίρεσής του το 1849. Ότι η επιμονή του το 1846 για συμμετοχή του Νικόλαου στην κυβέρνηση, αποτελούσε κίνηση κατευνασμού της Αυλής της Ρωσίας προς το πρόσωπό του. Στερείται κάθε βάσης, λοιπόν, ο ισχυρισμός ότι ο Ποστέλνικος Νικόλαος και οι Έλληνες που έγιναν εντόπιοι πολίτες της Μολδαβίας υπονόμευαν τον Ηγεμόνα Μιχαήλ Στούρτζα, στοχεύοντας στην κατάληψη αυτής της θέσης από τον Νικόλαο Αλ. Σούτσο[114].

Η διαυγής συμπεριφορά του Νικόλαου Αλ. Σούτσου φάνηκε αμέσως, μέσα στο 1849, όπως αποδεικνύει η εξέλιξη των γεγονότων.

Τον Ιούλιο του 1848 ο Νικόλαος πληροφορήθηκε με γράμμα από το Νικόλαο Αριστάρχη, καπού κεχαγιά του Ηγεμόνα της Μολδαβίας στην Κωνσταντινούπολη, ότι ήταν ειλημμένη η απόφαση καθαίρεσης του Ηγεμόνα Μιχαήλ Στούρτζα. Τον ρωτούσε, λοιπόν, εάν συναινούσε «να εργαστεί» στην Πύλη για τον Νικόλαο, ώστε να αναλάβει το θρόνο της Μολδαβίας, αλλιώς να του προτείνει τον κατάλληλο γι’ αυτή τη θέση[115]. Ο Νικόλαος αρνήθηκε «χωρίς δισταγμό, απωθώντας κάθε προσωπική σκέψη, πιθανόν εξ αιτίας μιας υπερβολικής σύνεσης, που όμως είχε μεγάλη βαρύτητα στην κρίση μου»[116]. Είναι πιθανόν να σκέφθηκε ότι το μπορούσε. Οι ικανότητές του ήταν αναμφισβήτητες. Οι γενιές, τόσο του πατέρα του όσο και της μητέρας του, ανέδειξαν ικανούς και πετυχημένους Ηγεμόνες. Θα είχε, πιθανότατα, τη ρωσική υποστήριξη. Οι γνωριμίες του στην Κωνσταντινούπολη ήταν ικανές να φτάσουν στην Υψηλή Πύλη. Αλλά και ο πεθερός του Κωνσταντίνος Καντακουζηνός – Πασκάνου, οικονομικά ισχυρός, ήταν υποψήφιος για το θρόνο της Μολδαβίας το 1834. Λέγεται, ακόμη, ότι και η Ελένη Στούρτζα από το Ιάσιο ήταν στην Κωνσταντινούπολη προωθώντας την υποψηφιότητά του, έχοντας ως στόχο να τον παντρευτεί[117]. Όμως ο Νικόλαος αρνήθηκε, γιατί δεν είχε τέτοιους στόχους.

Το 1849 ήταν στο Μπρασόβ, μαζί με άλλους Μολδαβούς Βογιάρους. Από εκεί εργάστηκε για την ανάληψη του θρόνου της Μολδαβίας από τον Γρηγόριο Αλ. Γκίκα. Διατηρούσε μυστική αλληλογραφία με τον Αριστάρχη «που μ’ ενημέρωνε για την πρόοδο των ελπίδων μας»[118]. Πράγματι, το Μάιο του 1849 νέος Ηγεμόνας Μολδαβίας ορίστηκε ο Γρηγόριος Αλέξανδρου Γκίκας. Ο Μιχαήλ Γρ. Στούρτζα αναχώρησε από το Ιάσιο στις 13 Μαΐου 1849, χωρίς να περιμένει το φιρμάνι καθαίρεσής του, μετά από ηγεμονία 15 ετών. Τον Ιούνιο εγκαταστάθηκε στη Βιέννη και στη συνέχεια στο Παρίσι όπου πέθανε το 1884. Το έργο του στη Μολδαβία και η προσφορά καταγράφονται λεπτομερειακά από τον Alexandre A.C Sturdza[119].

Επιχειρώντας ένα σύντομο απολογισμό της δραστηριότητας του Νικόλαου κατά το διάστημα 1831-1849, αβίαστα διαπιστώνεται ότι άφησε τη σφραγίδα του, κυρίως, σε τέσσερεις τομείς της Μολδαβίας.

Ο πρώτος τομέας ήταν η θέση του Ποστέλνικου (1834-1839) στην κυβέρνηση του Ηγεμόνα Μιχαήλ Στούρτζα, συνέχεια της ίδιας θέσης που κατείχε κατά τη διετία 1832-1834. Διέθετε τέτοια ποιότητα και ικανότητα εργασίας που «κανείς δεν μπορούσε να μου τα αμφισβητήσει στη Μολδαβία, αλλά και μια εμπειρία στις υποθέσεις που ανάγκαζε να μου ζητηθεί η γνώμη…»[120]. Στο διάστημα αυτό, με εξαίρεση μια περίοδο τεσσάρων μηνών, «όποτε εμφανιζόταν δύσκολες καταστάσεις ή λεπτά προβλήματα προς επίλυση, πάλι καλείτο ο Νικόλαος Σούτσος να τα επιλύσει»[121]. Ο Ποστέλνικος Νικόλαος παρουσίασε το τελικό κείμενο του Οργανικού Κανονισμού για έγκριση από τη Συνέλευση της Μολδαβίας το 1835, ο ίδιος διεξήγε τις λεπτές συζητήσεις με τη Βλαχία για τη σύναψη της εμπορικής συμφωνίας των δύο Ηγεμονιών, ο ίδιος έδωσε τις κατευθύνσεις συνεργασίας με τους Προξένους στο Ιάσιο, τον τρόπο υλοποίησης των ρυθμίσεων του Οργανικού Κανονισμού, την προώθησης νέων θεσμών, κ.ά.

Ο δεύτερος τομέας ήταν αυτός της Οικονομίας (1840-1843). Η πολιτική που ακολούθησε για την οικονομία της Μολδαβίας ήταν προσεκτική και μετρημένη, παρ’ όλο που υπήρχαν ελλείμματα στους Προϋπολογισμούς αυτών των ετών. Ωστόσο, το πάθος για χρήματα του Ηγεμόνα δεν μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη την πορεία των οικονομικών της χώρας. Η τριετία αυτή, άλλωστε, υπήρξε καθοριστική για τις σχέσεις του Νικόλαου με τον Ηγεμόνα, μαζί με το ρόλο του προξενείου της Ρωσίας.

Ο τρίτος τομέας δραστηριότητας του Νικόλαου υπήρξε ο τομέας της Δικαιοσύνης (1846-1848). Ως «Λογοθέτης της Δικαιοσύνης» είχε δημιουργική δραστηριότητα, λειτουργώντας «με αποφασιστικότητα» και επιδιώκοντας τη στερέωση της δικαιοσύνης στη Μολδαβία «σε βάσεις σοβαρές και κυρίως ηθικές». Ο Νικόλαος προετοίμασε τη νομοθεσία με «τις σημαντικότερες ρυθμίσεις και την οργάνωσε προικίζοντάς την με σύγχρονη νομοθεσία»[122].

Τέλος στον τομέα της δημόσιας εκπαίδευσης ως μέλος της αρμόδιας επιτροπής, εργάστηκε με όλες του τις δυνάμεις για τον τομέα που γνώριζε πολύ καλά. Ο θεμέλιος λίθος της Σχολής Τεχνών και Επαγγελμάτων στο Ιάσιο φέρει την υπογραφή τη δική του και του αδελφού του Γεώργιου, όπως και η ίδρυση του Ινστιτούτου Αγρονομίας.

 

  1. Ο Νικόλαος Αλ. Σούτσος στην περίοδο 1849-1856

 

Οι επαναστατικές κινήσεις του 1848 στη Μολδαβία και στη Βλαχία ανάγκασαν το Σουλτάνο και τον Τσάρο να συνομολογήσουν τη Συνθήκη του Μπαλτά Λιμάν το Μάιο του 1849[123]. Οι Ηγεμόνες στη Μολδοβλαχία θα διορίζονταν για επτά χρόνια, δημιουργούνταν νέας μορφής Συνελεύσεις με μέλη Βογιάρους κατά την κρίση του Ηγεμόνα, ενώ οι όποιες μεταβολές λειτουργίας στις Ηγεμονίες θα έπρεπε να έχουν την έγκριση της Υψηλής Πύλης και της Αγίας Πετρούπολης. Παράλληλα, ο Οθωμανικός στρατός που εισήλθε στη Μολδοβλαχία το 1848, θα παρέμεινε εκεί για ένα διάστημα μέχρι να ηρεμούσαν οι επαναστατικές εξάρσεις. Κάτω από αυτές τις συνθήκες διορίστηκαν οι νέοι Ηγεμόνες Γρηγόριος Αλ. Γκίκας[124] στη Μολδαβία και Μπάρμπου Στίρμπεη στη Βλαχία. Η θητεία του Γρηγόριου Αλ. Γκίκα ξεκίνησε στις 22 Ιουνίου 1849 και κράτησε μέχρι το 1856.

Η περίοδος αυτή υπήρξε ταραχώδης εξ αιτίας της διεξαγωγής του Κριμαϊκού Πολέμου (1853-1856), πρώτο θύμα του οποίου ήταν η Μολδοβλαχία. Ρωσικές δυνάμεις κατάλαβαν τις Ηγεμονίες (1853-1854) και αντικαταστάθηκαν στη συνέχεια από Αυστριακές μέχρι το 1857[125], ενώ από εδώ και πέρα θα έκαναν την παρουσία τους στην περιοχή του Δούναβη και οι δυτικές δυνάμεις. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η θητεία του νέου Ηγεμόνα θα ήταν δυσκολότερη και ο ρόλος του Νικόλαου εντελώς διαφορετικός σε σχέση με την περίοδο του Μιχαήλ Στούρτζα.

Ο νέος Ηγεμόνας Μολδαβίας Γρηγόριος Αλέξανδρου Γκίκας ήταν άνθρωπος εντελώς διαφορετικός από τον προκάτοχό του, με τον οποίο ήταν στενός συγγενής. Διετέλεσε μέλος στις κυβερνήσεις του Μιχαήλ Στούρτζα, όμως αναλάμβανε τα ηνία της χώρας σε μια μεταβατική περίοδο. Όμως, από την αρχή της Ηγεμονίας του κατέβαλε τεράστια προσπάθεια «να διαψεύσει ότι όλα ήταν αντικείμενο εμπορίου όπως μέχρι τότε». «Έπιασε από την αρχή τα χαλινάρια της κυβέρνησης φλεγόμενος από τις ποιο αγνές προθέσεις. Το μυαλό του δεν το απασχολούσαν παρά μόνον προγράμματα μεταρρυθμίσεων και βελτιώσεων… θελγόταν από νεανικό ενθουσιασμό, που η εμπειρία δεν είχε ακόμη καταλαγιάσει. Είχε το μειονέκτημα να βιάζεται…(και) ένα πνεύμα δίκαιο, αλλά όχι στέρεο σε γνώσεις που υπηρετούν την απονομή της δικαιοσύνης… (είχε) χαρακτήρα αδέκαστο, αλλά δεκτικό να περιπέσει σε επιρροές παθών, καρδιά μεγάλη και ευγενική που δεν ήταν θωρακισμένη ιδιαίτερα εναντίον της έπαρσης και της επίδειξης, στέρεη χωρίς αγχίνοια και μαλακός από τη φύση του… παραδινόταν στην εργασία αλλά (ήταν) ανυπόμονος να την τελειώσει και ήταν ριγμένος συνεχώς σε υποθέσεις. Διακήρυττε συνεχώς ένα βαθύ σεβασμό στη νομιμότητα και αφηνόταν να οδηγείται σε δεσποτισμό, είτε από περηφάνια είτε από αίσθημα μιας κακώς εννοούμενης δικαιοσύνης…»[126]. Και από άλλες πηγές γνωρίζουμε τις αρετές και τα μειονεκτήματα του νέου Ηγεμόνα, ενώ στενοί συγγενείς του επαινούν την καλοσύνη, τη ματαιοδοξία και τη ροπή του προς την αναζήτηση της κολακείας. Όλοι, ωστόσο, συμφωνούν στο πάθος του μα συμβάλει στη βελτίωση των συνθηκών στη χώρα του.

Το 1849 ο Νικόλαος δεν συμμετείχε στην πρώτη κυβέρνηση που σχημάτισε ο νέος Ηγεμόνας, παρ’ όλο που οι σχέσεις μεταξύ τους ήταν εγκάρδιες. Ωστόσο ο Ηγεμόνας του εμπιστεύτηκε την προσωπική του αλληλογραφία, απόδειξη της εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του αλλά και της αναγνώρισης από πλευράς του Γρηγόριου Αλ. Γκίκα των δυνατοτήτων για λεπτούς χειρισμούς σε διάφορα θέματα που έπρεπε να αντιμετωπιστούν στην ταραγμένη αυτή περίοδο. Στην κυβέρνηση συμμετείχε ο αδελφός του Γεώργιος Αλ. Σούτσος ως Υπουργός Οικονομικών και ο Νικόλαος τον αντικατέστησε κατά τη διάρκεια μετάβασής του μαζί με τον Ηγεμόνα στην Υψηλή Πύλη για την τελετή ενθρόνισής του. Κατά τη διάρκεια αναμονής στο Γαλάτσι της επιστροφής του Ηγεμόνα, συγκέντρωσε τα αναγκαία στοιχεία για την έκδοση της περίφημης μελέτης του «Στατιστικές σημειώσεις για τη Μολδαβία»[127], που είχε ξεκινήσει να συντάσσει από το 1842[128].

Παρ’ όλη την απόφασή του να μην αναμειχθεί ενεργά στη διακυβέρνηση της Μολδαβίας, οι δύσκολες περιστάσεις της χώρας τον ανάγκασαν να μην επιμείνει στην πρώτη του απόφαση. Άλλωστε έγινε φανερό από τις πρώτες ακόμη ημέρες της διακυβέρνησης του Γρηγόριου Αλ. Γκίκα ότι λίγοι από τους πολιτικούς βαθμοφόρους της Μολδαβίας ήταν ικανοί να αντιληφθούν την μεγαλοψυχία του. Πολύ σύντομα ξεκίνησαν τις ίντριγκες και την αντιπολίτευση, σε σημείο που ο Ηγεμόνας αναγκάστηκε να πάρει μέτρα και να τους θέσει υπό περιορισμό στα αγροκτήματά τους[129]. Στο διάστημα αυτό ο Νικόλαος συμμετείχε, παράλληλα με την ευθύνη του για προσωπική αλληλογραφία του Ηγεμόνα, σε επιτροπή που είχε αρμοδιότητα τη σύνταξη μελέτης για τη δημόσια εκπαίδευση.

Το 1850 ο Ηγεμόνας του ζήτησε επίμονα να αναλάβει το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Δέχθηκε με δισταγμούς, αλλά ρίχθηκε με ζήλο στη δουλειά στη νέα του θέση. «Άλλαξε στην αρχή ένα μέρος του προσωπικού, εισήγαγε αυστηρές τιμωρίες εναντίον των καταχρήσεων και εισήγαγε μερικές νέες νομοθεσίες»[130]. Όταν εγκατέλειψε αυτό το πόστο μετά από ένα, περίπου, χρόνο, είχε ήδη τιμηθεί με το παράσημο Nișan από την Υψηλή Πύλη. Παρέδωσε το Υπουργείο με ευχαρίστηση, τόσο γιατί τον διαδεχόταν ένας νέος πολιτικός, όσο και διότι είχε φτάσει σε μια προσωπική ψυχική καταβολή. Τον κατείχε μια βαθιά στενοχώρια από τις προσωπικές επιθέσεις που δεχόταν συνεχώς, αλλά και από τις ίντριγκες που έβλεπε γύρω του. Επιθυμούσε πια την ηρεμία, μακριά από οποιαδήποτε διαβολή και συγκίνηση[131].

Τον Αύγουστο του 1852 ο Ηγεμόνας έκανε μια σοβαρή προσπάθεια για δημιουργία τράπεζας στη Μολδαβία με την επωνυμία Τράπεζα Μολδαβίας. Στην επιτροπή που επιφορτίστηκε για την προετοιμασία με τις απαραίτητες ενέργειες διορίστηκαν οι Βασίλειος Γκίκας, Πετράκης Μαυρογένης Υπουργός Οικονομικών και Νικόλαος Αλ. Σούτσος. Ωστόσο το ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε από γερμανικά, κυρίως, κεφάλαια δεν είχε συνέχεια και η προσπάθεια εγκαταλείφτηκε το 1856[132].

Το 1853 ήταν μια δύσκολη και ταραγμένη χρονιά, που δρομολόγησε καθοριστικές εξελίξεις για τη Μολδαβία μέχρι το 1859. Ο Νικόλαος ήταν Υπουργός Εσωτερικών, αλλά μια αιφνίδια ασθένεια του Ηγεμόνα τον ανάγκασε να αναχωρήσει για ανάρρωση. Σ’ αυτή την έκτακτη κατάσταση και για ένα διάστημα τριών μηνών περίπου, από τον Ιανουάριο έως το Μάρτιο, ο Νικόλαος εκτελούσε χρέη αναπλήρωσης του Ηγεμόνα και ήταν Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου, όπως καταγράφει στα απομνημονεύματά του[133]. Με την επιστροφή του Ηγεμόνα ο Νικόλαος παραιτήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών και ανέλαβε το Υπουργείο Παιδείας, αλλά για λίγο διάστημα, επίσης.

Την Άνοιξη του 1853 ξέσπασε σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανών με αφορμή τα δικαιώματα των Ορθοδόξων χριστιανών στους Ιερούς Τόπους. Η Ρωσία απαιτούσε τη δυνατότητα προστασίας των Ορθοδόξων, όπως δόθηκε η αντίστοιχη δυνατότητα στους Γάλλους για την προστασία των Καθολικών στην Ιερουσαλήμ. Η άρνηση της Υψηλής Πύλης οδήγησε σε διακοπή των διπλωματικών σχέσεων των δύο Αυτοκρατοριών το Μάιο του 1853 και στις 21 Ιουνίου/3 Ιουλίου 1853 ρωσικά στρατεύματα υπό τον στρατηγό Γκορτζακώφ εισέβαλαν στη Μολδαβία. Η Υψηλή Πύλη, μετά από διαβουλεύσεις με τις δυτικές δυνάμεις, κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσία τον Οκτώβριο του 1853, που είναι γνωστός ως Κριμαϊκός Πόλεμος (1853-1856). Ο Ηγεμόνας Γρηγόριος Αλ. Γκίκας παραιτήθηκε στις 16 Οκτωβρίου1853 και στις 22 Οκτωβρίου εγκατέλειψε το Ιάσιο και εγκαταστάθηκε στη Βιέννη[134]. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1853, ωστόσο, η Βιέννη παρενέβη στη διένεξη των εμπολέμων, ελπίζοντας σε ειρηνική επίλυσή της.

Οι πολεμικές προετοιμασίες του 1853, η είσοδος των ρωσικών στρατευμάτων στις Ηγεμονίες και η παραίτηση του Ηγεμόνα βρήκαν το Νικόλαο Υπουργό Παιδείας. Πληροφορούμενος την παραίτηση του Ηγεμόνα υπέβαλε και τη δική του, που έγινε αποδεκτή μόνο μετά από τη δέσμευση του Νικόλαου ότι θα μείνει μυστική μέχρι που οι δυνάμεις κατοχής της Ρωσίας να διορίσουν νέα κυβέρνηση στη Μολδαβία. Πράγματι, το Νοέμβριο ο Τσάρος Νικόλαος διόρισε γενικό διοικητή στις Ηγεμονίες το στρατηγό Budberg και στη θέση του Νικόλαου ως Υπουργός Παιδείας τοποθετήθηκε ο Πέτρος Μαυρογένης στις 16 Φεβρουαρίου 1854[135]. Ο Νικόλαος αναχώρησε για ανάρρωση και ξεκούραση στο εξωτερικό.

Η ρωσική παρουσία στις Ηγεμονίες διήρκησε μέχρι τις 17 Σεπτεμβρίου 1854, ενώ οι συνασπισμένες δυτικές δυνάμεις άρχισαν να υπερέχουν στις πολεμικές επιχειρήσεις στην Κριμαία. Ο Νικόλαος στα απομνημονεύματά του εκφράζεται αρνητικά για την ηγεσία των ρωσικών δυνάμεων κατοχής στη Μολδαβία κατά τη διάρκεια του ενός, περίπου, χρόνου παραμονής των στη Μολδαβία (1853-1854)[136]. Οι πράξεις και τα λόγια του Νικόλαου γι’ αυτή την περίοδο, έχουν ιδιαίτερη αξία. Αποτελούν μιαν επιπλέον απόδειξη της ποιότητας του Νικόλαου Αλ. Σούτσου, διότι εάν ο στόχος του ήταν να ανεβεί στην κορυφή ως Ηγεμόνας της Μολδαβίας, δεν υπήρχε καταλληλότερη στιγμή να το επιχειρήσει . Εάν αυτό επεδίωκε όπως τον κατηγόρησαν, θα ήταν εύκολο να το επιτύχει. Η πορεία του αποδεικνύει ότι ποτέ δεν το επεδίωξε.

Το 1854 επισκέφθηκε τον Ηγεμόνα Γρηγόριο στη Βιέννη, ο οποίος του εμπιστεύθηκε και πάλι την προσωπική του αλληλογραφία[137]. Παράλληλα η Βιέννη πιέζοντας την Υψηλή Πύλη, επέτυχε να αντικαταστήσει με δικές της δυνάμεις τη Ρωσία στις Ηγεμονίες και Αυστριακά στρατεύματα υπό το στρατηγό Coronini κατέλαβαν τη Μολδοβλαχία, παραμένοντας εκεί μέχρι το Μάρτιο του 1857. Ο Ηγεμόνας Γρηγόριος Αλ. Γκίκας επέστρεψε από τη Βιέννη στο Ιάσιο το Νοέμβριο του 1854, όπως και ο Ηγεμόνας της Βλαχίας Μπάρμπου Στίρμπεη στο Βουκουρέστι.

Όμως η συνεργασία του Νικόλαου με τον Ηγεμόνα Γκίκα δε διήρκησε για πολύ χρόνο, μετά την επιστροφή τους στο Ιάσιο. Όπως σημειώνει ο ίδιος «ο Ηγεμόνας με τοποθέτησε πάλι σε θέσεις εμπιστευτικές, όπως είχα και προηγουμένως. Όμως δε μού ήταν δύσκολο να διακρίνω ότι η εμπιστοσύνη του, που οφειλόταν σε μια κρυφή υποχρέωση, μειωνόταν μέρα με την ημέρα. Κατέληξε με το να αποφεύγει προσεκτικά να μη συνομιλεί μαζί μου για όλα τα θέματα που αφορούσαν την εσωτερική διοίκηση και να με περιορίζει στον απλό ρόλο του γραμματέα…». Ήταν φανερό ότι η παραμονή του Ηγεμόνα στη Βιέννη είχε παίξει σημαντικό ρόλο για τον προσανατολισμό της Ηγεμονίας του, προσανατολισμός που δεν συμφωνούσε με αυτόν του Νικόλαου γνωστού για τα φιλορωσικά του αισθήματα. Δεν άργησε να πληροφορηθεί την αιτία αυτής της συμπεριφοράς του Ηγεμόνα.

Στις αρχές του 1855 φάνηκε καθαρά η απόφαση νέου προσανατολισμού της πολιτικής του Ηγεμόνα. Μετά από διαβουλεύσεις με το Παρίσι, ο Ηγεμόνας αποφάσισε να προσλάβει ένα Γάλλο ως προσωπικό του γραμματέα, που έφτασε στο Ιάσιο στις 28 Ιανουαρίου 1855. Ήταν ο Edouard Grénier, διπλωμάτης και ποιητής. Όπως σημειώνει ο ίδιος, «στις αρχές του Φεβρουαρίου 1855, ο Μαυρογένης με πήρε κατά μέρος και μου είπε ότι ήταν επιφορτισμένος από τον Πρίγκιπα να με σημειώσει ότι η Υψηλότης του έφερε ένα Γάλλο γραμματέα για την αλληλογραφία του. Ότι οι Πρόξενοι των Δυτικών Δυνάμεων του έκαναν παραστάσεις για λογαριασμό μου, θεωρώντας με ακραιφνή ρωσόφιλο και ότι οι περιστάσεις τον υποχρέωναν να με ελευθερώσει από τις υπηρεσίες μου… Δυο μέρες αργότερα πήγα να παραδώσω στον Πρίγκιπα μερικά χαρτιά που παρέμεναν στο φάκελό μου και είχα την ίδια συζήτηση μ’ αυτήν που είχα με το Μαυρογένη…»[138].

Ο Φεβρουάριος του 1855 αποτελεί το χρονικό σημείο τερματισμού της συνεργασίας του Νικόλαου με τον Ηγεμόνα. Αυτή η απρόσμενη εξέλιξη δεν οφειλόταν σε κάποια αδυναμία ή ακαταλληλότητα του Νικόλαου, ούτε σε νέες ανάγκες που δεν μπορούσε να εκπληρώσει. Δεν οφειλόταν, όμως, ούτε σε κάποια υστεροβουλία του Ηγεμόνα σε βάρος του Νικόλαου. Ήταν οι διεθνείς συνθήκες, συγκεκριμένα ο νέος ρόλος των δυτικών δυνάμεων στη Μολδοβλαχία, που επέβαλαν νέο προσανατολισμό δράσης και ο Γρηγόριος Αλ. Γκίκας έσπευδε να προσαρμοστεί, προασπιζόμενος το συμφέρον της Μολδαβίας.

Στις 30 Μαρτίου 1856 υπογράφθηκε η Συνθήκη των Παρισίων, ως αποτέλεσμα της νίκης των συνασπισμένων δυτικών δυνάμεων στον Κριμαϊκό Πόλεμο εναντίον της Ρωσίας[139]. Η συνθήκη αυτή αποτελεί μια τεράστια και απρόσμενη νίκη για τα συμφέροντα της Μολδοβλαχίας, που έθεσε τις βάσεις εκσυγχρονισμού, συλλογικής εγγύησης της ανεξαρτησίας τους και, πάνω απ’ όλα, την πορεία ενοποίησης των δύο Ηγεμονιών που ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 1859[140].

 

  1. Ο Νικόλαος σε διαφορετικό πολιτικό ρόλο (1856-1866)

 

 

Στο διάστημα 1856-1858 η Μολδαβία κυβερνιόταν από τοποτηρητές (καϊμακάμηδες), ενώ οι αντιπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων αποφάσισαν τη μορφή της εσωτερικής οργάνωσης που θα είχαν οι Ηνωμένες Ηγεμονίες Μολδαβίας και Βλαχίας και έθεσαν τις διαδικασίες εκλογής Συνελεύσεων που θα εξέλεγαν τους Ηγεμόνες[141]. Το κύριο ερώτημα ήταν η Ένωση των Ηγεμονιών και οι διεργασίες στο εσωτερικό της Μολδαβίας μεταξύ των Φιλελεύθερων-ενωτικών και των Συντηρητικών που αντιτίθονταν στην Ένωση, υπήρξαν σκληρές και επίπονες[142].

Πρώτος τοποτηρητής τοποθετήθηκε ο Θεόδωρος Μπάλσας (1856-1857), που πέθανε αιφνιδιαστικά το Μάρτιο του 1857. Νέος τοποτηρητής τοποθετήθηκε αμέσως από την Πύλη ο Νικόλαος Βογορίδης-Κονάκη, γιος του Στέφανου Βογορίδη, ζάπλουτου Ηγεμόνα της Σάμου, με ισχυρότατες προσβάσεις στην Πύλη. Ο νέος τοποτηρητής ήταν φανατικός εχθρός της Ένωσης των Ηγεμονιών και χρησιμοποίησε κάθε μέσον για την αποτυχία της. Κάτω από τέτοιες συνθήκες η πρώτη απόφαση της Συνέλευσης της Μολδαβίας για την Ένωση με τη Βλαχία υπήρξε απορριπτική (Ιούλιος 1857), ενώ η δεύτερη που ακολούθησε ήταν ομόφωνη υπέρ της Ένωσης (Σεπτέμβριος 1857)[143]. Τον Ιανουάριο του 1859 οι Συνελεύσεις των δύο Ηγεμονιών εξέλεξαν κοινό Ηγεμόνα τον Αλέξανδρο Ι. Κούζα.

Στο διάστημα 1856-1858 που συντελούνταν αυτές οι διεργασίες, ο Νικόλαος Σούτσος ήταν φανερά ταγμένος υπέρ της Ένωσης των Ηγεμονιών και γι’ αυτό δεν συμμετείχε στις κυβερνήσεις των τοποτηρητών της Μολδαβίας. Δεν έκρυβε την αντίθεσή του με τις μεθοδεύσεις των πολέμιων της Ένωσης, ενώ ιδιαίτερα για την περίοδο του Νικόλαου Βογορίδη-Κονάκη σημειώνει ότι επρόκειτο για «ένα κράμα γελοίας αμάθειας, αυθαιρεσίας, σύγχυσης και κατάχρησης»[144]. Έμεινε μακριά από τέτοιες πρακτικές εξουσίας, παρ’ όλο που ο πατέρας του Βογορίδη-Κονάκη, ο ισχυρός στην Πύλη Στέφανος Βογορίδης, τον παρακαλούσε να βοηθήσει το γιο του στη διακυβέρνηση της Μολδαβίας και να αναλάβει την Προεδρία της κυβέρνησης και το Υπουργείο Εσωτερικών.

Τον Οκτώβριο του 1858 ο Βογορίδης-Κονάκη καθαιρέθηκε, τοποτηρητές διορίστηκαν οι Στέφανος Καταρτζή, Βασίλειος Στούρτζα και Αναστάσιος Πάνου (τριανδρία) και η χώρα εισήλθε στους αποφασιστικούς μήνες εκλογής νέου Ηγεμόνα Μολδαβίας. Ο Νικόλαος Αλ. Σούτσος ήταν υποψήφιος για την Συνέλευση της Μολδαβίας και εκλέχθηκε βουλευτής, αντιπρόσωπος του νομού Πούτνα[145]. Το αντιπροσωπευτικό αυτό σώμα θα εξέλεγε τον Ηγεμόνα Μολδαβίας και τον Ιανουάριο ήταν ένας από τους 32 βουλευτές που πρότειναν την εκλογή του Αλέξανδρου Κούζα. Στα απομνημονεύματά του περιγράφει τις διαβουλεύσεις και τις ίντριγκες των υποστηρικτών και των αντιπάλων της Ένωσης της Μολδαβίας και της Βλαχίας.

Τον Ιανουάριο του 1859 οι Συνελεύσεις της Μολδαβίας και της Βλαχίας εξέλεξαν ομόφωνα κοινό τους Ηγεμόνα τον Αλέξανδρο Ι. Κούζα[146], ενέργεια που δεν είχε προβλεφθεί στις συνθήκες[147]. Ο νέος Ηγεμόνας είχε μητέρα την ελληνίδα Σουλτάνα Κοζαντίνη από την Πόλη, ήταν φλογερός μαχητής της Ένωσης και είχε σπουδές στο Παρίσι. Οι κυβερνήσεις που διόριζε μέχρι το 1862 ήταν χωριστές για κάθε Ηγεμονία[148], ενώ για την προετοιμασία νόμων που αφορούσαν και τις δύο Ηγεμονίες δημιουργήθηκε η Κεντρική Επιτροπή της Φωξάνης. Η επιτροπή αυτή αποτελούνταν από 16 βουλευτές, οκτώ από κάθε Ηγεμονία.

Από το 1859 και στα χρόνια της Ηγεμονίας του Αλέξανδρου Κούζα, ο Νικόλαος δεν συμμετείχε στη δρώσα πολιτική, με την έννοια της κατάληψης κυβερνητικών θέσεων στη Μολδαβία. Προτίμησε να βοηθήσει στη νέα προσπάθεια ως απλός βουλευτής. Στην πρώτη συνεδρίαση της Συνέλευσης της Μολδαβίας στις 26 Ιανουαρίου 1859, ο Νικόλαος εκλέχθηκε μαζί με άλλες προσωπικότητες σε επιτροπή σύνταξης κειμένου για τον Ηγεμόνα Κούζα[149]. Την ίδια χρονιά υπερψήφισε το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Οικονομικών για την επιβολή έκτακτης φορολογίας στην έγγεια ιδιοκτησία ύψους 5 εκατ. γροσιών, συμπληρώνοντας την πρόταση του υπουργείου για εσωτερικό δανεισμό ύψους 8 εκατ.[150].

Θεώρησε, παράλληλα, ότι μπορούσε να συμβάλλει καλύτερα στα πολιτικά πράγματα της Μολδαβίας ως αντιπρόσωπος στην Κεντρική Επιτροπή της Φωξάνης, Επιτροπή που θα είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας σημαντικά θέματα κοινά της Μολδαβίας και της Βλαχίας, συνδέοντα στην πράξη τις δύο Ηγεμονίες. Από τους 16 βουλευτές της Επιτροπής, οι οκτώ (τέσσερις για τη Μολδαβία και τέσσερις για τη Βλαχία) διορίζονταν από τον Ηγεμόνα Αλ. Κούζα και οι άλλοι οκτώ εκλέγονταν από τις αντίστοιχες Συνελεύσεις. Η Κεντρική Επιτροπή της Φωξάνης συγκροτήθηκε στις 10 Μαΐου 1859[151], αλλά ο Ηγεμόνας δεν πρότεινε σ’ αυτήν τον Νικόλαο ως αντιπρόσωπο της Μολδαβίας, ούτε μπόρεσε να εκλεγεί στη Συνέλευση της Μολδαβίας αποτυγχάνοντας για μία ψήφο[152]. Αποτραβήχτηκε στο αγρόκτημά του αποφασισμένος να κάνει αυτό που πίστευε ότι ήταν σωστό.

Το 1860 ο Νικόλαος επέδειξε και πάλι την αποφασιστικότητα που είχε σ’ όλη την πολιτική του διαδρομή. Επανήλθε στη Συνέλευση τα Μολδαβίας και η εκλογή του στην Κεντρική Επιτροπή της Φωξάνης υπήρξε θριαμβευτική, επιτυγχάνοντας επιπλέον να εκλεγεί και Πρόεδρός της[153]. Η εμμονή του σ’ αυτό το στόχο οφειλόταν στην τεράστια εμπειρία του που μπορούσε να συμβάλλει στη σωστή οργάνωση των δύο Ηγεμονιών, αλλά και στην επιθυμία του να μη βρίσκεται μεταξύ των συγκρούσεων που ήταν στην ημερήσια διάταξη. Η επισφαλής, επιπλέον, υγεία του δεν του επέτρεπε τις συνεχείς μετακινήσεις στο Βουκουρέστι. Μέλη της Επιτροπής της Φωξάνης ήταν, επίσης, τα μέλη της διασποράς Απ. Αρσάκης, Μανωλάκης Αργυρόπουλος και Αλέξανδρος Δ. Μουρούζης.

Στο διάστημα 1860-1862 ο Νικόλαος ασχολήθηκε συστηματικά με τις εργασίες αυτής της επιτροπής, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα και πιστεύοντας ότι το έργο της θα μπορούσε να συμβάλλει καθοριστικά σ’ ένα λαμπρό μέλλον των δύο χωρών. Ήταν ένας από τους πέντε βουλευτές (οι άλλοι ήταν οι Απ. Αρσάκης, Αλ. Δ. Μουρούζης, Brăiloi και Steege), που επεξεργάστηκαν πάνω από 70 σχέδια νόμων και συμμετείχε σε 40 ειδικές επιτροπές για διάφορα θέματα όπως το οξύ αγροτικό πρόβλημα, ενίσχυση της βιομηχανίας, θέματα δικαιοσύνης, καθιέρωση νομίσματος, κατασκευή σιδηροδρόμων, κ.ά. Μία από τις πρώτες ενέργειες της Επιτροπής ήταν οι συζητήσεις για προετοιμασία νέου Συντάγματος με Κυβερνήτη ξένο Ηγεμόνα. Οι προτάσεις της Επιτροπής της Φωξάνης απορρίφθηκαν από τον Αλ. Κούζα[154]. Τα αρχεία της Κεντρικής Επιτροπής της Φωξάνης αποδεικνύουν ότι η διετία 1860-1862 ήταν ιδιαίτερα παραγωγική και ότι ο Νικόλαος είχε πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ αυτήν.

Όμως το 1862 η επιτροπή της Φωξάνης διαλύθηκε, γιατί ο Ηγεμόνας Αλέξανδρος Κούζα προχώρησε στην Ένωση των Ηγεμονιών[155] κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν που καθόριζε η Συνθήκη των Εγγυητριών Δυνάμεων. Η ιστορία απέδειξε ότι εκμεταλλεύθηκε άριστα τους διεθνείς συσχετισμούς. Η ενιαία Ρουμανία, ο αγώνας των Ενωτικών Φιλελεύθερων από το 1848, ήταν πλέον γεγονός. Για το λόγο αυτό η δραστηριότητα του Νικόλαου δεν τελείωσε με τη διάλυση της επιτροπής της Φωξάνης. Ήταν 64 χρονών, διέθετε τεράστια εμπειρία, είχε αποθέματα δυνάμεων και μπορούσε να βοηθήσει, παρά τα προβλήματα υγείας που εκδηλωνόταν.

Παρακολουθούσε από κοντά τα προβλήματα της ενιαίας, πλέον, Ρουμανίας. Ασκούσε κριτική στις ηγετικές προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Αναστάσιος Πάνου, ο Μπάρμπου Καταρτζή που έγινε ο πρώτος Πρωθυπουργός της ενιαίας Ρουμανίας αλλά δολοφονήθηκε άγρια το καλοκαίρι του 1862, ο Μιχαήλ Κογκαλνιτσεάνου επίσης Πρωθυπουργός, αλλά και ο Ηγεμόνας Αλέξανδρος Κούζα. Κατέκρινε τη στάση του Πρωθυπουργού Κογκαλνιτσεάνου έναντι του Ηγεμόνα και διαφώνησε, επίσης, με τον αγροτικό νόμο του 1864 για την αποκατάσταση των ακτημόνων αγροτών[156]. Τον απασχολούσε έντονα η πορεία της Ρουμανίας, γνώριζε ότι δεν ήταν στον ηγετικό κύκλο των Φιλελεύθερων που έπαιρναν τις αποφάσεις αλλά δεν υιοθέτησε θέσεις αντιδραστικές, ούτε αποτέλεσε φρένο στην εξέλιξη της χώρας. Δεν έπαυε, ωστόσο, να διατυπώνει δημόσια τις απόψεις του, γνωρίζοντας ότι μπορούσαν να φανούν χρήσιμες στους κυβερνητικούς κύκλους.

«… πού βαδίζουμε; ποιος είναι ο στόχος μας; ποιό είναι το πολιτικό σύστημα αυτών που μας κυβερνούν; Πού καταλήγει, με λίγα λόγια, ο δρόμος που ακολουθούμε; ποιός μπορεί να τον περιγράψει; Στην πράξη, είμαστε χαμένοι σ’ ένα λαβύρινθο χωρίς χαραγμένο μονοπάτι, χωρίς νήμα που να μας οδηγεί και χωρίς διέξοδο, εξ αιτίας του ότι δεν ακολουθήσαμε μια συμφωνημένη οδό και αντί να ασχοληθούμε με τα δικά μας συμφέροντα και την πρόοδό μας, συσσωρεύσαμε θεωρίες επί θεωριών, εισάγοντας παντού τη σύγχυση, περνώντας από το ένα άκρο στο άλλο. Εξ αιτίας του ότι παραδοθήκαμε σε ανυπόληπτες δαπάνες, ότι υπερφορτώσαμε με φόρους όλες τις τάξεις των κατοίκων δυσαρεστώντας όλο τον κόσμο, διασπείροντας μια κακώς εννοούμενη ελευθερία, η οποία, αντί να εμψυχώσει το έθνος, το οδήγησε στη διαφθορά…»[157].

Ο Νικόλαος διέθετε σημαντικό χρόνο για τη συνεχή ενημέρωσή του, ενώ δεν έπαψε να παρεμβαίνει νουθετώντας, είτε δημόσια είτα κατ’ ιδίαν. Παρ’ όλο που ήταν Φιλελεύθερος, άσκησε κριτική όχι μόνο στον Κογκαλνιτσεάνου, αλλά και στα νεώτερα στελέχη που αναδείχθηκαν μετά το 1866 και την εξορία του Ηγεμόνα Αλέξανδρου Κούζα. Τα απομνημονεύματά του τελειώνουν το έτος 1869, όταν δηλαδή στα πολιτικά πράγματα της Ρουμανίας μεσουρανούσε ο νέος αρχηγός των Εθνικό-Φιλελεύθερων Ι. Κ. Μπρατιάνου.

Τα τελευταία χρόνια του, μέχρι τον Ιανουάριο του 1871 που πέθανε, ο Νικόλαος τα πέρασε ανάμεσα σε βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά, διαβάζοντας και αρθρογραφώντας. Έζησε τις αρχές της Ηγεμονίας του Κάρολου Α΄ (1866-1881)[158] αποτραβηγμένος στο αγρόκτημά του. Παρακολουθούσε τη σπορά, το όργωμα και συμμετείχε στη συγκομιδή και σε όλες τις αγροτικές εργασίες, ενώ το χειμώνα στο γραφείο του επιδιδόταν σε συνεχή ενημέρωση και συγγραφή.

Ένας ιστορικός σημειώνει:

«… πέθανε μ’ ένα βιβλίο στο χέρι πιστεύοντας ότι θα βρει την αλήθεια που έψαχνε. Έκανε μια τελευταία προσπάθεια να καλέσει σε βοήθεια…»

Οι σύγχρονοί του που τον γνώρισαν (πιστεύοντας, πιθανόν, ότι κάνουν το καθήκον τους), έλεγαν ότι υπήρξε ένας σημαντικός άνδρας και, μετά, τον ξέχασαν»[159]. Δεν τον ξέχασαν, όμως, μόνο οι Ρουμάνοι. Αδιαφόρησαν, πολύ περισσότερο, οι Έλληνες της Ρουμανίας και το ελληνικό κράτος.

 

  1. Το συγγραφικό έργο του Νικόλαου Αλ. Σούτσου

 

Η παιδεία, η διεισδυτικότητα και η δυνατότητα σύνθεσης των γεγονότων που παρατηρούσε ο Νικόλαος, τον οδήγησαν να διατυπώνει από νωρίς, δημοσίως, απόψεις για τα κοινωνικά προβλήματα και την οικονομία της Μολδαβίας, ενταγμένες στη φιλελεύθερη φιλοσοφία του. Υπήρξε ο πρώτος οικονομολόγος της Ρουμανίας, χωρίς να έχει παρακολουθήσει ανάλογο πανεπιστήμιο και επηρέασε πολλούς να αντιληφθούν τη σπουδαιότητα των φιλελεύθερων επιλογών για την οικονομία της Μολδαβίας. Με δικά του έξοδα τύπωσε και κυκλοφόρησε τέσσερις εργασίες του. Μερικά έργα του κυκλοφόρησαν και μετά το 1871, ενώ υπάρχουν πολλά στα αρχεία χωρίς να έχουν δημοσιευθεί.

α). Επιτομή της βιομηχανικής κατάστασης στη Μολδαβία, (Επιτομή σχετικά με τη στενότητα και στασιμότητα του εμπορίου και τις βιομηχανικές ανάγκες της Μολδαβίας), Ιάσιο, 1838, σ. 50, (Γαλλικά).

β). Στατιστικές σημειώσεις σχετικά με τη Μολδαβία, Ιάσιο, 1849, σ. 162, (Γαλλικά).

γ). Στατιστικές σημειώσεις σχετικά με τη Μολδαβία, Ιάσιο, 1852, σ. 184, (Ρουμανικά, στη σλαβική γραφή).

δ). Μερικές παρατηρήσεις σχετικά με τη στατιστική της Ρουμανίας, Φωξάνη, 1867, (Γαλλικά).

Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν στη Βιέννη τα περίφημα απομνημονεύματά του, που αποτελούν χρησιμότατο εργαλείο ενημέρωσης και ερμηνείας των εξελίξεων στη Ρουμανία, δεδομένου ότι ο Νικόλαος έζησε από κοντά όλες τις φάσεις συγκρότησης του Ρουμανικού κράτους και μάλιστα από υπεύθυνες θέσεις.

α). Απομνημονεύματα του Πρίγκιπα Νικόλαου Σούτσου, Μεγάλου Λογοθέτη της Μολδαβίας, 1798-1871, Βιέννη, 1899. Εκδόθηκε από τον Παναγιώτη Ρίζο, σ. 434, (Γαλλικά).

Στην εισαγωγή των απομνημονευμάτων, ο Δ.Α. Στούρτζα σημειώνει. «… σύγχρονος και φίλος του Νικόλαου Σούτσου, τον γνώρισα στα νιάτα μου, και έχοντας την ευκαιρία να ταξιδεύω συχνά δίπλα του, θαύμασα την υψηλή του ποιότητα που επεδίωκε με μέγιστη φροντίδα στην κοπιώδη ζωή του. Γνώριζε την επιθυμία διακριτικής αφοσίωσής μου και, παρ’ όλο που έζησα σε μια θέση υποδεέστερη από τη δική του, μου επεδείκνυε συνεχώς μεγάλη εύνοια… ο Πρίγκιπας Νικόλαος Σούτσος ήταν ένας σοφός, άνδρας υψηλού επιπέδου και ακριβοδίκαιος, ένας εργάτης πέραν των συνηθισμένων. Αποτελούσε τιμή τόσο για το ελληνικό έθνος, στο οποίο ανήκε από τη γέννησή του και δεν έπαψε ποτέ να λατρεύει, όσο και για το ρουμανικό, το οποίο πολλοί πρόγονοί του το είχαν κυβερνήσει ως Πρίγκιπες και γνώριζε να το εκτιμά και να το αγαπά πραγματικά. Αυτές οι υπέροχες αξίες του βρίσκονται μέσα στα Απομνημονεύματά του, που εξ αιτίας τους παρουσιάζουν το μέγιστο δυνατό ενδιαφέρον»[160].

Επίσης, στα αρχεία της Ακαδημίας της Ρουμανίας φυλάγονται τα εξής έργα του για διάφορα οικονομικά θέματα της Ρουμανίας[161].

α). Στατιστικές μελέτες, (Γαλλικά).

β). Σχέδιο νόμου σχετικά με την Τράπεζα Μολδαβίας, (1952-Γαλλικά).

γ). Η πλευσιμότητα του ποταμού Σιρέτη, (Γαλλικά).

δ). Η χρησιμότητα του σιδηρόδρομου, (Γαλλικά).

ε). Η κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής Όκνα – Γαλάτσι, (Γαλλικά).

στ). Η ανάγκη πιστώσεων στη Μολδαβία και η αναγκαιότητα μιας τράπεζας προεξοφλήσεων, (Γαλλικά).

ζ). Έκθεση για την αναγκαιότητα μιας τράπεζας υποθηκών και τα μέσα που θα μπορούσαν να διασφαλίσουν τη δημιουργία της, (Γαλλικά).

η). Παρατηρήσεις επί των εισπράξεων της έγγειας ιδιοκτησίας, (Γαλλικά).

θ). Περί της έγγειας φορολογίας και της εργασίας στη γη, (Γαλλικά).

ι). Ίδια μέσα που να δώσουν μία προώθηση στη βιομηχανία, (Γαλλικά).

ια). Το αγροτικό πρόβλημα 1861-1868, (Γαλλικά).

ιβ). Σκέψεις γύρω από την οικονομική κατάσταση της χώρας και τις πλέον σοβαρές ανάγκες της, Ιούλιος 1866, (Γαλλικά).

ιγ). Εμπιστευτικές σημειώσεις, (Γαλλικά).

ιδ). Έκθεση των αιτίων και κείμενο του σχεδίου νόμου σχετικά με τη δημιουργία ενός εθνικού νομίσματος, (Ρουμανικά).

Εκτός από τα παραπάνω πολιτικά και, κυρίως, οικονομικά θέματα όπου παραθέτει συγκροτημένες απόψεις, υπάρχουν δύο ακόμη χειρόγραφα, καρπός των ταξιδιών του εκτός Ρουμανίας.

α). Ταξίδι στη Δύση, 22 Μαΐου έως 3 Σεπτεμβρίου 1839, (Γαλλικά). Είναι γραμμένο υπό μορφή επιστολών προς ένα φίλο του, την περίοδο που παραιτήθηκε από Ποστέλνικος της Μολδαβίας και ταξίδεψε μέχρι το Παρίσι για οικογενειακές και προσωπικές ανάγκες, (σελίδες 139).

β). Αναμνήσεις από ένα ταξίδι στην Οδησσό κατά το 1847, (Γαλλικά).

Παραπομπές

 [1] Ion Veverca, Nicolae Șuțu, viața, activitatea și opera întâiului economist ideolog din România, București, 1936, σ. 4.
 [2] Δημήτριος Σκαρλάτου Σούτζος, Οι Έλληνες Ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας, Αθήνα, 1972, σ. 249-267.
 [3] Ο Κωνσταντίνος Δημ. Σούτζος (Κεμπάπης), οπαδός της Γαλλικής πολιτικής του Ναπολέοντα, υπήρξε πρόσωπο με ισχυρή πολιτική επιρροή στην Υψηλή Πύλη. Παντρεύτηκε με την Ελένη, αδελφή του Ιακωβάκη Γ. Ρίζου - Νερουλού και απέκτησαν επτά παιδιά, μεταξύ των οποίων τον Ιερολοχίτη Δημήτριο (1795-1821) και τους ποιητές Αλέξανδρο (1803-1863) και Παναγιώτη Σούτσο. Πέθανε στην Πόλη το 1812.
 [4] Δημήτριος Σκαρλάτου Σούτζος, Οι Έλληνες Ηγεμόνες…, ό.π, σ. 245.
 [5] Ibidem, σ. 230.
 [6] Ibidem, σ. 168-169. Ο Ιωάννης Αλ. Καλλιμάχης (1781-1821) υπήρξε Διερμηνέας του στόλου (1800-1801), Μέγας Διερμηνέας της Πύλης (1819-1821) και παντρεύτηκε με τη Ρωξάνη Κ. Μουρούζη. Ο αδελφός του Σκαρλάτος Αλ. Καλλιμάχης (1773-1821), διετέλεσε Μέγας Διερμηνέας της Πύλης (1801-1806), Ηγεμόνας Μολδαβίας (Αύγουστος-Οκτώβριος 1806, 1807-1808 και 1812-1819) και παντρεύτηκε με τη Σμαράγδα Νικ. Μαυρογένους. Έγινε γνωστός για την Ηγεμονία του από την εισαγωγή της καλλιέργειας πατάτας, την ίδρυση του πρώτου θεάτρου στο Ιάσιο και, ιδιαίτερα, από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα στη Μολδαβία (1816).
 [7] Georgeta Penelea-Filitti, Memoriile Principelui Nicolae Suțu 1798-1871, București, 1977, σ. 160.
 [8] P. Rizos, Mémoires du Prince Nicolas Soutzo, Vienne, 1899, σ. 70.
 [9] Constantin C. Giurescu, Istoria Românilor, vol. III, partea I, București, 1942, σ. 340.
 [10] P. Rizos, Mémoires du Prince Nicolas Soutzo..., ό.π, σ. 5.
 [11] Ibidem, σ. 6-7.
 [12] Constantin C. Giurescu, Istoria Românilor..., ό.π, σ. 324.
 [13] P.Rizos, Mémoires du Prince Nicolas Soutzo..., ό.π, σ. 7.
 [14] Ibidem, σ. 7.
 [15] Ibidem, σ. 17-22.
 [16] Μεταξύ αυτών τα έργα του La Harpe και η Πολιτική Οικονομία του Jean Batiste - Say.
 [17] P. Rizos, Mémoires du Prince Nicolas Soutzo..., ό.π, σ. 44.
 [18] Georgeta Penelea-Filitti, Memoriile Principelui Nicolae Sușu...,ό.π, σ. 79.
 [19] Κωνσταντίνος Ν. Σούτσος (1820-1869), Υπουργός και Αντιπρόεδρος της Βουλής της Ρουμανίας.
 [20] Ευφροσύνη Ν. Σούτσου (1825-1909), σύζυγος του Κωνσταντίνου Καρατζά.
 [21] D. Russo, Elenismul în România, Studii Istorice Greco-Române, tomul II, București, 1930, σ. 489-541.
 [22] ΙΜΧΑ, Συμπόσιο Η Εποχή των Φαναριωτών, 21-25 Οκτωβρίου 1974, Θεσσαλονίκη, ομοίως, Andrei Pippidi, “Phanar, Phanariot, Phanariotism”, RESEE, 2 (1975), București, σ. 231-239.
 [23] Φ.Φ. Κωνσταντίνου, Η οικονομική παρουσία των Ελλήνων στη Ρουμανία από τον Κριμαϊκό μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, Θεσσαλονίκη, 2013, σ. 10-41, (Διδακτορική Διατριβή).
 [24] Ibidem, σ. 18-31, όπου οι Κώνστα Πέτρου (Χατζή Γιαννούσης) από την Ήπειρο, Ιωάννη Χατζή Μόσχου από τη Θεσσαλονίκη, Γεώργιου Μανικάτη-Σαφράνου από το Μελένοικο, Ιωάννη Μάρκου από τη Μακεδονία, Νικόλαου Πατσιούρα από την Καστοριά, Μιχαήλ Τσούμπρου από τη Σιάτιστα, Παναγιώτη Σπαχή από το Καλοχώρι της Μακεδονίας, αδελφών Αδαμάκη στο Ιάσιο, Κωνσταντίνου Χατζή Ποπ, Ανδρέα Παύλου, αδελφών Μεϊντάνη, κ.ά, καθώς και τα δίκτυα οικονομικής συνεργασίας που σχημάτιζαν μεταξύ τους.
 [25] E. Limona și D. Limona, “Aspecte ale comerțului Brașovean în veacul al XVIII-lea”, SMIM, vol. IV (1960), București, σ. 525-564, των ιδίων, “Negustori bucureșteni la șfârșitul veacului al XVIII-lea; relațiile lor cu Brașovul și Sibiul”, Studii revista de istorie, 4 (1960), București, σ. 107-140.
 [26] Olga Cicanci, “Les statuts et les règlement de fonctionnement des Compagnies grecques de Transylvanie 1636-1746. La Companie de Sibiu”, RESSE, «  (1976), București, σ. 477-496, ομοίως, Ioana Barbălată, “Biserica grecească din Sibiu”, Revista Arhivelor, 1-2 (1999), σ. 123-127
 [27] Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης, Ο Ελληνισμός της Τρανσυλβανίας, Θεσσαλονίκη, 2003, ομοίως, Cornelia Papacostea-Danielopolu, “La companie grecque de Brașov. La lutte pour la conservation des privilèges 1777-1850”, RESEE, 1 (1974), București, σ. 59-78,.
[28] Olga Cicanci, ”Le rôle de Vienne dans les rapports économiques et culturels du Sud-est Européen avec le centre de l’Europe", RESEE, 1 (1986), București, σ. 3-16.
 [29] Φ.Φ. Κωνσταντίνου, Η Οικονομική παρουσία των Ελλήνων στη Ρουμανία…, ό.π, σ. 28.
 [30] Ibidem, σ. 20, όπου οι σαράφηδες στο Βουκουρέστι Ανέστης, Σκαρλάτος Σκαναβής, Ψαλίδας, Ποντίκης, Χατζή Γιαννούσης, Θέμελης, Γκούντιος, Βελισάριος Παυλίδης, Ευστάθιος Μπαλταρετζής, καθώς και οι Παναγιώτης Σπαχής και βαρόνος Σίνας από τη Βιέννη, κ.ά.
 [31] V.A. Urechiă, Istoria Românilor 1800-1821, Bucuresci, 1898, σ. 455, όπου οι Μιχαλάκης Μάνου, Γρηγόριος Ράλλης, Στέφανος Μπέλλου, Κωστάκης Ραστής, Ιωάννης Μόσχου, Γεώργιος Καραμανλής, Ιωάννης Ρητορίδης, Πολυζάκης (Δημητρίου), Γρηγόριος Μαυροδόγλου, Μανωλάκης Χρυσοσκολέου, Μιχαλάκης Κορυδαλεύς, Αδρονάκης Θεοχάρης, Μανωλάκης Δάρβαρις, Γεώργιος Αρίων, κ.ά.
 [32] Nicolae Iorga, Istoria comerțului Românesc, epocă mai nouă, București, 1929, σ. 118-144, όπου οι έμποροι με την Οδησσό Χατζή Μιχάλης Αγγελής, Χατζή Παντελής Γιαννάκης, Χατζή Ασλάνογλου, Χατζή Μπαλής Παρθένιος, Γιακουμής Νικολάου, κ.ά (σ. 121).
 [33] Constantin C. Giurescu, Contribuțiuni la studiul originilor și dezvontării burghezii române până la 1848, București, 1972, σ. 139-155.
 [34] Nicolae Iorga, Istoria comerțului Românesc…, ό.π, σ. 133.
 [35] Ibidem, σ. 138, όπου οι Αδάμ ο Έλληνας, Γεώργιος Καλινός, ενώ ένα άλλο μέλος της διασποράς νοίκιασε 13 αγροκτήματα, κ.ά.
 [36] Constantin C. Giurescu, Contribuțiuni la studiul originilor..., ό.π, σ. 158-159,
 [37] Ibidem, σ. 159-163 και 176., όπου οι αδελφοί Αδαμάκη, Κωνσταντίνος Γεωργίου Βρετανός υπήκοος, Ιωάννης Χρίστου, Μιχαήλ Ντουλγέρωφ, Νικόλαος Χρυσοβέργης, κ.ά.
 [38] Nicolae Iorga, Istoria comerțului Românesc…, ό.π, σ. 129.
 [39] Ibidem, σ. 94.
 [40] Τσεζάρ Κυπριανός Σπυρίδων, Οι Έλληνες αρχιερείς των Μητροπόλεων Ουγγροβλαχίας και Μολδαβίας, Θεσσαλονίκη, 1998.
 [41] Ariadna Camariano–Cioran, Les Académies Princieres de Bucarest et de Jassy et leur professeurs, Θεσσαλονίκη, 1974. Το 1810 στην Ακαδημία του Βουκουρεστίου (Λύκειο), φοιτούσαν 224 μαθητές υπό την εποπτεία 11 καθηγητών, με επικεφαλής τον περίφημο Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο (ό.π, σ. 56).
 [42] Ibidem, σ. 28.
 [43] Cornelia Papacostea–Danielopolu, Convergences culturelles Gréco-Roumaines (1774-1859), Θεσσαλονίκη, 1998.
 [44] Nestor Camariano, Athanasios Christopoulos, sa vie, son oeuvre littéraire et ses rapports avec la culture roumaine, Θεσσαλονίκη, 1981.
 [45] Σημειώνουμε μερικούς από τους γνωστότερους γιατρούς στη Βλαχία αυτή την περίοδο: Γεώργιος Σχινάς, Κωνσταντίνος Καρακάσης, Κωνσταντίνος Δάρβαρις, Σίλβεστρος Φιλίττης, Δημήτριος Μάρκος, Μιχαήλ Χρησταρής,
 [46] Εμμανουήλ Γ. Πρωτοψάλτης, Ιγνάτιος Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (1766-1828), Αθήνα, 1961.
 [47] Nestor Camariano, "Sur l’activité de la Société littéraire gréco-dacique de Bucarest (1810-1812) ", RESSE, 1 (1968), București, σ. 39-54, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι Αδαμάντιος Κοραής, Ιωάννης Καποδίστριας, Άνθιμος Γαζής, Μητροπολίτης Ιγνάτιος, Κωνσταντίνος Δάρβαρις, Σίλβεστρος Φιλίττης, Κωνσταντίνος Καρακάσης, Κωνσταντίνος Βαρδαλάχος, Αθανάσιος Ι. Βογορίδης, Στέφανος Κομμητάς, Δημήτριος Δάρβαρις, κ.ά, ενώ σημαντικότατη υπήρξε η συμβολή της εταιρείας στην ενδυνάμωση και λειτουργία της εφημερίδας Λόγιος Ερμής της Βιέννης.
 [48] Ariadna Camariano–Cioran, Les Academies Princieres…, ό.π, σ. 84-121, όπου οι καθηγητές Νικηφόρος Θεοτόκης, Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Στέφανος Ντούγκας, Δημήτριος Γοβδελάς, Γεώργιος Θεραπιανός, Καλίας Σωτηρόπουλος, Γεώργιος Κλεόβουλος, Ιωάννης Γεώργιος, Γεώργιος Ασάκη, κ.ά.
 [49] Cornelia Papacostea–Danielopolu, Convergences culturelles…, ό.π, σ. 90-144. Ομοίως, C. Th. Dimaras, «Dix années de culture grecque dans leur perspective historique (1791-1800)», Balkan Studies, 2 (1968), σ. 335-344.
 [50] Alexandre A.C. Sturdza, Règne de Michel Sturdza 1834-1849, Paris, 1907, σ. 43.
 [51] Φ.Φ. Κωνσταντίνου, Η οικονομική παρουσία των Ελλήνων στη Ρουμανία…, ό.π, σ. 31-33.
 [52] Hurmuzaki, Documente, vol. XVI, București, 1912, σ. 1061.
 [53] Ibidem, σ. 1059-1060.
 [54] Ibidem, σ. 1108-1109, 1062-1074, 1081, 1083-1084, 1090-1094, 1099-1102, 1106-1107, κ.ά.
 [55] Ioana Constantinescu, Arendășia în agriculturaȚării Românești și a Moldovei până la Regulamentul Organic, București, 1985, σ. 95-108.
 [56] Ioan C. Filitti, “Catagrafie oficială de toți boieri Țării Românești la 1829” , Revista Arhivelor, 4-5 (1927-1929), București, σ. 290-359, όπου τα μέλη της διασποράς Μιχαήλ Μάνου, Μανωλάκης Αργυρόπουλος, Στέφανος Μπέλλου, Γρηγόριος Ράλλης, Αθανάσιος Χριστόπουλος, Νικόλαος Σούτσος, Αλέξανδρος Βηλαράς, Κωνσταντίνος Μπέλλου, Κωστάκης Ζεφκάρης, Κυριάκος Χριστόπουλος, Πέτρος Αρίων, Αλέκος Κωνσταντινίδης, Πολυζάκης Δημητρίου Πολύζου, Μανωλάκης Σεργιάδης, Δημήτριος Ιωάννου, Χριστόδουλος Αργυρίτης, Αδρονάκης Θεοχάρης, Πολυχρόνης Κ. Ναν, Αλέκος Δάρβαρις, Σπύρος Οικονομίδης, Χρίστος του Κωνσταντίνου, Μιχαήλ Ν. Παλαιολόγος, Κωνσταντίνος Αλτζής, Κωνσταντίνος Καλιστράτης, Χουρμούζης Καλλιπολίτης, κ.ά.
 [57] Ion Veverca, Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 14.
 [58] Victor Slăvescu, Vieața și opera economistului Nicolae Suțu 1798-1871, București, 1941, σ. 19.
 [59] D. A. Sturdza și C. Colescu-Vartic, Acte și Documente relative la Istoria Renascerei României, vol. I, Bucuresci, 1900, σ. 310-318.
 [60] Φ.Φ. Κωνσταντίνου, Η οικονομική παρουσία των Ελλήνων στη Ρουμανία…, ό.π, σ. 33-35.
 [61] Nicolae Ciachir, “The Adrianople Treaty (1829) and its European Implications”, RESEE, București, 4 (1979), σ. 695-713.
 [62] Ioan C. Filitti, Principatele Române de la..., ό.π.
 [63] Φ.Φ. Κωνσταντίνου, Η οικονομική παρουσία των Ελλήνων στη Ρουμανία…, ό.π, σ. 35.
 [64] Ioan C. Filitti, Principatele Române de la…, ό.π, σ. 21.
 [65] Ibidem, σ. 229
 [66] Ibidem, σ. 83.
 [67] Ioan C. Filitti, Principatele Române de la 1828 la 1834, București, 1934, σ. 20-50. Πρώτος διοικητής της Μολδοβλαχίας διορίστηκε ο Pahlen (1828-1829), ακολούθησε ο Jeltuchin (Φεβρουάριος – Οκτώβριος 1829) και αυτόν ο Πάβελ Κισελέφ (Νοέμβριος 1829).
 [68] Georgeta Penelea-Filitti, Memoriile Principelui Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 97.
 [69] Ibidem, σ. 128.
 [70] Ibidem, σ. 97.
 [71] Ibidem, σ. 127.
 [72] Ion Veverca, Niculae Suțu..., ό.π, σ. 14-15.
 [73] Ioan C. Filitti, Domniile Române sub Regulementul Organic 1834-1848, București, 1915, σ. 446- 448, όπου τα άλλα μέλη της κυβέρνησης ήταν οι Γρηγόριος Στούρτζα, πατέρας του Μιχαήλ, Γεώργιος Καταρτζή, Κωστάκης Κονάκης και Θεόδωρος Μπάλσας.
 [74] Ion Veverca, Niculae Suțu..., ό.π, σ. 15.
 [75] Georgeta Penelea-Filitti, Memoriile Pricipelui Nicolae Suțu, București, 1997, σ. 11.
 [76] Ion Veverca, Niculae Suțu..., ό.π, σ. 16.
 [77] Ioan C. Filitti, Principatele Române de la 1828 la…, ό.π, σ. 307-319.
 [78] Victor Slăvescu, Vieața și opera economistului Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 24.
 [79] Ibidem, σ. 25.
 [80] Ibidem, σ. 24.
 [81] Georgeta Penelea Filitti, Memoriile Principelui Nicolae Suțu…, ό.π, σ. 129.
 [82] Ioan C. Filitti, Domniile Române sub Regulamentul Organic..., ό.π, σ. 2-12.
 [83] Hurmuzaki, Documente, tomul V, supl. I, Bucuresci, 1894, σ. 662-664.
 [84] Ioan C. Filitti, Domniile Române sub Regulamentul Organic..., ό.π, σ. 444-445.
 [85] Georgeta Penelea-Filitti, Memoriile Principelui Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 153.
 [86] Sorin Cristescu, Carol I, Corespondența privată, București, 2005, σ. 185.
 [87] Georgeta Penelea-Filitti, Memoriile Principelui Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 144.
 [88] Gh. Gheorghescu-Buzău, “Un mare latifundiar în Moldova după Tratatul de la Adrianopol: Mihail Sturdza”, SMIM, Vol. I (1957), București, σ. 3-69.
 [89] Hurmuzaki, Documente, ό.π, σ. 482-510.
 [90] Constantin C. Giurescu, Contribuțiuni la studiul originilor..., ό.π, σ. 178.
 [91] Ion Veverca, Niculae Suțu..., ό.π, σ. 17.
 [92] Ibidem, σ. 17.
 [93] Ioan C. Filitti, Domniile Române sub Regulamentul Organic..., ό.π, σ. 482-487.
 [94] Ibidem, σ. 502-508.
 [95] Georgeta Penelea-Filitti, Memoriile Principelui Nicoșae Suțu..., ό.π, σ. 148.
 [96] Ibidem, σ. 155.
 [97] Ion Veverca, Niculae Suțu…, ό.π, σ. 18.
 [98] Georgeta Penelea-Filitti, Memoriile Principelui Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 160.
 [99] Victor Slăvescu, Vieața și opera economistului Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 37-38.
 [100] Ibidem, σ. 38-39.
 [101] Ion Veverca, Niculae Suțu…, ό.π, σ. 19.
 [102] Victor Slăvescu, Vieața și opera economistului Nicolae Suțu…, ό.π, σ. 38-39.
 [103] Ion Veverca, Ion Ghica-Scrieri Economice, vol. I, București, 1937.
 [104] Ibidem, σ. 39.
 [105] Ibidem, σ. 40.
 [106] Ibidem, σ. 39.
 [107] Georgeta Penelea-Filitti, Memoriile Principelui Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 14-15.
 [108] Ibidem, σ. 170-173.
 [109] Ioan C. Filitti, Domniile Române suv Regulamentul Organic..., ό.π, σ. 635-663.
 [110] Victor Slăvescu, Vieața și opera economistului Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 42-43.
 [111] Hurmuzaki, Documente, vol. VI, supl. I, (anii 1827-1849), Bucuresci, 1895, σ. 490-491.
 [112] Ibidem, σ. 491-497.
 [113] Ibidem, σ. 498-499.
 [114] Georgeta Penelea-Filitti, Memoriile Principelui Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 15.
 [115] Ion Veverca, Niculae Suțu..., ό.π, σ. 20.
 [116] Victor Slăvescu, Vieața și opera economistului Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 42.
 [117] Ibidem, σ. 43
 [118] Ibidem, σ. 43.
 [119] Alexandre A.C. Sturdza, Règne de Michel Sturdza 1834-1849, Paris, 1907.
 [120] Georgeta Penelea-Filitti, Memoriile Principelui Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 155.
 [121] Victor Slăvescu, Vieața și opera economistului Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 46.
 [122] Ibidem, σ. 47.
 [123] D.A. Sturdza și C. Colescu-Vartic, Acte și documente relative la Istoria Renascerei României, Vol. I, Bucuresci, 1900, σ. 357-364.
 [124] Ο Γρηγόριος Γκίκας (1803-1857), ήταν γιος του Αλέξανδρου Γκίκα (Ηγεμόνας Βλαχίας 1834-1842) και της Ρωξάνης Στούρτζα (αδελφή του Ηγεμόνα Μολδαβίας Μιχαήλ Στούρτζα 1834-1849), ενώ η γυναίκα του Ελένη ήταν κόρη του Ιωάννη Στούρτζα (Ηγεμόνας Μολδαβίας 1822-1828). Με απόψεις Φιλελεύθερες και σπουδές στο Παρίσι, συμμετείχε στα γεγονότα του 1848 και κατάργησε τα δεσμά του δουλοπάροικου αγρότη στη Μολδαβία κατά την Ηγεμονία του (1849-1856).
 [125] Φ.Φ. Κωνσταντίνου, Η οικονομική παρουσία των Ελλήνων στη Ρουμανία…, ό.π, σ.
 [126] Victor Slăvescu, Vieața și opera economistului Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 51-55.
 [127] Ibidem, σ. 53, όπου ο Νικόλαος σημειώνει, «δεν θέλησα να αναλάβω μια δραστήρια θέση και πήρα την προσωπική αλληλογραφία του Ηγεμόνα. Διεύθυνα το Υπουργείο Οικονομικών ως αναπληρωτής του αδελφού μου που συνόδευσε το νέο Ηγεμόνα στην Κωνσταντινούπολη και επιφορτίστηκα να μεταβώ στο Γαλάτσι και να αναμένω εκεί την επιστροφή του Ηγεμόνα. Στο διάστημα αυτό μπόρεσα να συγκεντρώσω (στο Γαλάτσι) ακριβείς πληροφορίες για την κατάσταση των πραγμάτων σ’ αυτή την τόσο σπουδαία πόλη για τις ανάγκες του εμπορίου».
 [128] Ion Veverca, Niculae Suțu..., ό.π, σ. 21.
 [129] Μεταξύ αυτών ήταν οι Βογιάροι Λογοθέτης Ρωσέττη, Κωνσταντίνος Καταρτζή, Νικόλαος Ρωσέττη – Ρασνοβάνου, Θεοδωρίτσας Μπάλσας, κ.ά.
 [130] Ion Veverca, Niculae Suțu..., ό.π, σ. 22.
 [131] Ibidem, σ. 22.
 [132] Victor Slăvescu, Vieața și opera economistului Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 56-57.
 [133] Ibidem, σ. 57.
 [134] Ibidem, σ. 59, «… στις 18 Οκτωβρίου συνήλθε επίσημα το προγραμματισμένο Συμβούλιο για την απόφαση που έλαβε, καταθέτοντας στα χέρια του Προέδρου την παραίτηση από τις εξουσίες του. Η σκηνή ήταν συγκινητική για όλα τα πρόσωπα που επικουρούσαν το Γρηγόριο Γκίκα, παρά τα ελαττώματά του, που η τελευταία του ασθένεια συνέβαλλε πολύ στο να γίνει περισσότερο έξοχος…».
 [135] Victor Slăvescu, “Vieața și opera lui Petre Mavrogheni”, Academia României, Memoriile Istorice, tomul XXI, București.
 [136] Victor Slăvescu, Vieața și opera economistului Nicolae Suțu..., ό.π, 60, όπου σημειώνει ότι «η ρωσική Κυβέρνηση συμπεριφέρθηκε αυτή τη φορά χωρίς ικανότητα και ταλέντο. Οι κακές επιλογές προσώπων ήταν τόσο ορατές, όσο η αστάθεια της ρωσικής κατοχής και η αβεβαιότητα της επόμενης μέρας επηρέαζαν σταθερά τις υποθέσεις, αποτυπώνοντας αυτή την αβεβαιότητα που μεταφραζόταν σε ενέργειες άτολμες και άσκοπες…».
 [137] σ. 60.
 [138] Ibidem, σ. 63.
 [139] Congrés de Paris, Imprimerie Imperiale, Paris, 1856.
 [140] Φ.Φ. Κωνσταντίνου, Η οικονομική παρουσία των Ελλήνων στη Ρουμανία…, ό.π, σ. 48-51.
 [141] Ibidem, σ. 51-53.
 [142] Ioan Hudiță, ”Franța și Cuza Vodă”, Hrisovul I (1941), București, ομοίως, Victor Slăvescu, Domnitorul Cuza și Victor Place, București, 1942, ομοίως, Marcel Emmerit, Victor Place et la politique Française en Roumanie a lepoque de lunion, București, 1942.
 [143] Victor Slăvescu, Domnitorul Cuza și Victor Place..., ό.π, σ. 3-17, με ανάλυση της περιόδου.
 [144] Victor Slăvescu, Vieața și opera economistului Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 69.
 [145] Ibidem, σ. 70.
 [146] N. Copoiu și D. Hurezanu, ”L’union des Principautés Roumains (1859) reflétée dans la pensée socialiste de Roumanie jusqu'à la première guerre mondiale”, Revue Roumaine d’histoire, 1 (1966), București.
 [147] Victor Slăvescu, Domnitorul Cuza și Victor Place..., ό.π, σ. 17.
 [148] Dan Berindei, “Guvernele lui Alexandru Ioan Cuza 1859-1866 lista de miniștri”, Revista Arhivelor I (1959), București.
 [149] Victor Slăvescu, Vieața și opera economistului Nocolae Suțu..., ό.π, σ. 72, όπου και οι Αν. Πάνου, Κ. Χουρμουζάκη, Μ. Κογκαλνιτσεάνου, Ι.Α. Καντακουζηνός και Ι. Ιακωβάκη.
 [150] Victor Slăvescu, Domnitorul Cuza și Victor Place..., ό.π, σ. 48.
 [151] Ibidem, σ. 47-48.
 [152] Victor Slăvescu, Vieța și opera economistului Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 71.
 [153] Ibidem, σ. 74.
 [154] Victor Slăvescu, Domnitorul Cuza și Victor Place..., ό.π, σ. 48.
 [155] Dim. Bolintineanu, Viața lui Cuza-Vodă, Iași, 1904.
 [156] Φ.Φ. Κωνσταντίνου, Η οικονομική παρουσία των Ελλήνων στη Ρουμανία…, ό.π, σ. 94-98.
 [157] Victor Slăvescu, Vieața și opera economistului..., ό.π, σ. 77-78.
 [158] Φ.Φ. Κωνσταντίνου, Η οικονομική παρουσία των Ελλήνων στη Ρουμανία…, ό.π, σ. 81-88.
 [159] Ion Veverca, Niculae Suțu..., ό.π, σ. 26.
 [160] Victor Slăvescu, Vieața și opera economistușui Nicolae Suțu..., ό.π, σ. 82-83.
 [161] Ibidem, σ. 84-91.
Advertisements

Οι οικονομικές εξελίξεις στα Βαλκανικά κράτη (1878-1914)

Στο διάστημα ανάμεσα στη Συνθήκης του Βερολίνου και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1878-1914), οι εξελίξεις στα νεαρά Βαλκανικά κράτη υπήρξαν ραγδαίες. Θεαματικές ήταν, πρωτίστως, οι αλλαγές για τον μικρό αγρότη με μικρή ιδιόκτητη γη αντί του δουλοπάροικου, με την ανάπτυξη της εγχρήματης οικονομίας. Οι επικοινωνίες και οι όροι εμπορίου βελτιώνονταν, δημιουργούνταν μεγάλα αστικά κέντρα, η μόρφωση γινόταν κρατική υπόθεση, ο πληθυσμός γνώρισε πρωτόγνωρη αύξηση. Παράλληλα όλες οι βαλκανικές χώρες υιοθέτησαν τη Δυτική κρατική δομή και προσπάθησαν να αντιγράψουν βιαστικά τους σύγχρονους δυτικούς θεσμούς[1]. Ωστόσο η οικονομία τους παρέμενε καθυστερημένη και οι εξαγωγές τους συνέχισαν να είναι παραδοσιακά οι ίδιες, με κάποια ποσοτική βελτίωση. Η βόρεια Βουλγαρία και η Ρουμανία εξήγαν δημητριακά, η Σερβία ζώντα ζώα και η Ελλάδα σταφίδα και καπνό.

Οι επαφές για πιθανή συνεργασία των βαλκανικών κρατών μεταξύ τους ήταν αναποτελεσματικές, ενώ οι προσπάθειες συμμαχίας μεταξύ τους προσέκρουαν σε σκοπιμότητες και τελούσαν υπό την αίρεση έγκρισης της μιας ή της άλλης Μεγάλης Δύναμης[2]. Ανάμεσα στο 1889 και 1891 οι Βούλγαροι διά του Σταμπούλωφ απέρριψαν τις προτάσεις των Σέρβων και των Ελλήνων για μια συμμαχία που θα οριοθετούσε τις διεκδικούμενες περιοχές, μετά από συνδυασμένη επίθεση εναντίον των Οθωμανών. Ο βασιλιάς της Ρουμανίας Κάρολος Α΄ υπογράμμιζε ότι η Βουλγαρία ήταν επισήμως αναγνωρισμένη ως σφαίρα επιρροής της Ρωσίας[3], ενώ η προπαγάνδα του Πανσλαβισμού και, σε μικρότερο βαθμό, των «Ρουμάνων πέραν του Δούναβη», καθώς και η Μεγάλη Ιδέα, έπαιξαν αρνητικό ρόλο σε μια ενδεχόμενη συνεργασία. Οι απόψεις για μια ομοσπονδιακή οργάνωση των βαλκανικών λαών όπως τις ιχνηλάτησε ο Ρήγας, κατατροπώθηκαν από τον μεγαλοϊδεατισμό και τον εθνικισμό, που κυριαρχούσε σε όλες τις Βαλκανικές χώρες, ιδίως μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου. Παρά τη θεαματική αύξηση του πληθυσμού τους, οι Βαλκανικές χώρες αρνούνταν να αντιληφθούν ότι αποτελούσαν το 1,45% του παγκόσμιου πληθυσμού, παρήγαν το 1,5% του παγκόσμιου πλούτου και το 54% έως το 72% του πλούτου που παρήγαν προερχόταν από τη γεωργία και την εξόρυξη[4].

Αυτή την περίοδο, επίσης, η διείσδυση του Δυτικού κεφαλαίου στα σχηματιζόμενα Βαλκανικά κράτη έλαβε διάφορες μορφές, με την έννοια ότι ακολούθησε συγκεκριμένους κανόνες για τους τομείς που θα κατευθυνόταν.

Ο κρατικός δανεισμός αποτέλεσε το πρώτο και ασφαλέστερο βήμα διείσδυσης του δυτικού κεφαλαίου στις βαλκανικές χώρες. Στη Σερβία, παρ’ όλο που η χώρα πολιτικά βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο της Αυστρο-Ουγγαρίας μέχρι το 1903, τον πρώτο ρόλο στον κρατικό δανεισμό μέχρι τις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τον είχε η Γαλλία. Τα δάνεια του Σερβικού κράτους στις παραμονές του Πολέμου ανέρχονταν σε 1,14 δις φράγκα, από τα οποία τα 4/5 ανήκαν στη Γαλλία και το 1/5 στη Γερμανία[5].

Στη Βουλγαρία μέχρι το 1896 ήταν ισχυρότερη η παρουσία των αυστριακών και των γερμανικών τραπεζών, ενώ στα επόμενα χρόνια η είσοδος των γαλλικών τραπεζών έγινε με τη βοήθεια του ρωσικού παράγοντα. Στο διάστημα 1902-1907, η Γαλλία δάνεισε 371 εκατ. φράγκα στη Βουλγαρία με επιτόκιο περίπου 6,5%. Ωστόσο μετά το 1908 και εξ αιτίας γενικότερων πολιτικών προτεραιοτήτων, προβάδισμα απέκτησαν και πάλι οι τράπεζες της Γερμανίας και της Αυστρίας. Στο διάστημα 1889-1914 οι γαλλικές τράπεζες επένδυσαν στη Βουλγαρία 497,5 εκατ. φράγκα, από το συνολικό δανεισμό 1,2 δις φράγκων του βουλγαρικού κράτους[6].

Στη Ρουμανία σημαντικός δανεισμός γαλλικών κεφαλαίων ύψους 175 εκατ. φράγκων με επιτόκιο 5% έγινε το 1899, ενώ μέχρι τότε είχαν προβάδισμα οι γερμανικές και αυστριακές τράπεζες Disconto Gessellschaft, S. Bleichroder Berlin και M.A. Rothschild & Sohne Frankfurt. Με την έλευση του νέου αιώνα υπήρχε συνεργασία γαλλικών και γερμανικών τραπεζών στον κρατικό δανεισμό. Στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το δημόσιο χρέος της Ρουμανίας ανερχόταν σε 1,5 δις φράγκα, από τα οποία τα 903 εκατ. αναλογούσαν στη Γερμανία και τα 484 εκατ. στη Γαλλία[7].

Στην Ελλάδα τα «Δάνεια της Ανεξαρτησίας» ρυθμίστηκε να αποπληρωθούν από το 1879-1880[8] και, μαζί με τις άλλες προτεραιότητες, η ρευστότητα ήταν καθημερινή ανάγκη της χώρας. Η ήττα στον πόλεμο του 1897 οδήγησε σε πρόσθετο δανεισμό ύψους 170 εκατ. φράγκων σε ρήτρα χρυσού από τη Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία, για πληρωμή αποζημιώσεων του πολέμου[9]. Επιπλέον, ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος έξι Ευρωπαϊκών δυνάμεων έλεγχε σημαντικούς πόρους του κράτους, ενώ με το παραπάνω δάνειο αυξήθηκε σημαντικά η συμμετοχή των Γαλλικών τραπεζών στο ελληνικό δημόσιο χρέος. Το 1911 ο κρατικός δανεισμός της Ελλάδας ανερχόταν σε 960 εκατ. χρυσά φράγκα, από τα οποία τα 600 εκατ. (62,5%) από τη Γαλλία, 250 εκατ. τη Βρετανία (26,1%) και 70 εκατ. (7,3%) από τη Ρωσία, αναλογία που παρέμεινε αμετάβλητη περίπου μέχρι τη δεκαετία του 1920[10].

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τέλος, ο δανεισμός αποτελούσε καθημερινή προτεραιότητα και για μεγάλο χρονικό διάστημα της περιόδου που εξετάζουμε η γαλλικές τράπεζες αποτελούσαν τον χρηματοδότη των αναγκών της Υψηλής Πύλης. Η παρεμβολή γερμανικών τραπεζών στον κρατικό δανεισμό της Πύλης εμφανίστηκε μετά το 1902 και ιδιαίτερα μετά την επανάσταση του 1908, που οδήγησε στην πρόσδεση της Αυτοκρατορίας στις Κεντρικές Δυνάμεις. Ο ανταγωνισμός Γαλλίας και Γερμανίας στον Οθωμανικό χώρο οδήγησε στην αποκοπή της Γαλλίας από όλη την οικονομία της περιοχής, παρ’ όλο που οι συνολικές επενδύσεις της ανέρχονταν σε 3,2 δις φράγκα. Γενικά, στον τομέα του κρατικού δανεισμού, τον κύριο λόγο στις βαλκανικές χώρες αυτή την περίοδο είχε η Γαλλία με ποσοστά 79% στη Σερβία, 45% στη Βουλγαρία, 32% στη Ρουμανία και 28% στην Ελλάδα[11].

Παράλληλα με τον κρατικό δανεισμό, δυτικά κεφάλαια κατευθύνονταν σε τραπεζικές, βιομηχανικές και επενδύσεις υποδομών, χωρίς ωστόσο την ίδια τακτική από πλευράς όλων των Δυτικών κεφαλαιούχων. Στον τραπεζικό τομέα της Ρουμανίας για παράδειγμα, τα γαλλικά κεφάλαια, μέσω κυρίως των τραπεζών Banque de l’ Union Parisiene και Banque de Paris et de Pays Bas, είχαν μικρότερη παρουσία απ’ ότι τα γερμανικά και τα αυστριακά κεφάλαια. Αντίθετα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, Γάλλο-Βρετανικά κεφάλαια από το 1856 ίδρυσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορική Τράπεζα, που το 1913 διέθετε κεφάλαια 10 εκ. στερλινών και στη διοίκησή της συμμετείχαν Γάλλοι. Η Οθωμανική Τράπεζα δημιούργησε αμέσως υποκαταστήματα σε Βουκουρέστι και Γαλάτσι[12], ενώ τα ίδια κεφάλαια μετέτρεψαν το 1865 το υποκατάστημα του Βουκουρεστίου της παραπάνω τράπεζας σε Τράπεζα της Ρουμανίας (μέτοχοι επίσης οι τράπεζες London and County Bank και Credit Mobilier). Ο Γάλλο-Γερμανικός ανταγωνισμός στην Ελλάδα εκδηλώθηκε με την ίδρυση της Τράπεζας Αθηνών (Γαλλία) και της Τράπεζας της Ανατολής (Γερμανία)[13]. Η Γαλλία προχώρησε στη Γάλλο- Σερβική Τράπεζα, Τράπεζα Εξαγωγών, Εμπορική Τράπεζα Βελιγραδίου, Πιστωτική Τράπεζα, κ.ά, (Σερβία), τέσσερις τράπεζες στη Βουλγαρία, καθώς και στην ανάπτυξη της Marmorosch Blank & Co και στη Banca Comercială Româna (Ρουμανία).

Στον τομέα της βιομηχανίας, τα νεαρά βαλκανικά κράτη προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν την χρόνια οικονομική τους υστέρηση με αναπτυξιακά μέτρα μεγιστοποίησης των συγκριτικών τους πλεονεκτημάτων και με ταυτόχρονη προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Οι επενδύσεις δυτικών κεφαλαίων κατευθύνονταν στην εξόρυξη πετρελαίου, βιομηχανία διατροφών, τσιμέντα, προϊόντα ξύλου, σιδηρόδρομοι, λιμάνια, (Ρουμανία), άνθρακας, καπνά, σπίρτα, σιδηρόδρομοι, λιμάνια (Βουλγαρία), μεταλλεύματα στο Λαύριο, σιδηρόδρομοι, τραμ Αθηνών-Πειραιώς, φωτισμός, αέριο, (Ελλάδα), ορυχεία, σιδηρόδρομοι (Σερβία), σιδηρόδρομοι, μεταλλεύματα, φωτισμός, καπνά, λιμάνια, κ.ά (Οθωμανική Αυτοκρατορία).

Σημαντική, τέλος, πλευρά της οικονομικής εξέλιξης της περιόδου αποτέλεσε η εμπορική πολιτική των βαλκανικών κρατών. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η θεωρία του ελεύθερου εμπορίου παραχώρησε, σιγά-σιγά, τη θέση της στη θεωρία του προστατευτισμού της εγχώριας βιομηχανίας, που αποτυπώθηκε σε ρυθμίσεις των κοινοβουλίων των βαλκανικών κρατών. Η νέα θεωρία, ωστόσο, άρχισε να αποδίδει καρπούς μόνο στις αρχές του 20ου αιώνα, κυρίως στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία, όχι όμως στην Ελλάδα και τη Σερβία, ενώ ακόμη χειρότερη ήταν η κατάσταση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία[14]. Μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα βαλκανικά κράτη σχεδίασαν τη βιομηχανική τους ανάπτυξη, αύξηση της αγροτικής παραγωγής, εκμετάλλευση του υπόγειου πλούτου, δημιουργία υποδομών, επικοινωνιών, αύξηση των εξαγωγών, κ.ά. Η υλοποίηση αυτών των στόχων γινόταν, ωστόσο, αναποτελεσματικά και με πολύ βραδείς ρυθμούς, με αποτέλεσμα η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού να ασχολείται με τη γεωργία κάτω από εντελώς αντίξοες συνθήκες και οι εξαγωγές να εξαντλούνται σε ορισμένα παραδοσιακά αγροτικά προϊόντα. Στις βαλκανικές χώρες παραγωγές δημητριακών η αύξηση της παραγωγής τους προήλθε από την επέκταση των καλλιεργειών, χωρίς αυτή να συνοδευτεί από τεχνολογικές και οργανωτικές. Ωστόσο, οι αλλαγές στη γαιοκτησία που συνόδευαν την αποχώρηση των Οθωμανών, οδήγησαν, παράλληλα με την αύξηση του πληθυσμού, στην απελευθέρωση και στον εκχρηματισμό του εμπορίου[15]. Στα τέλη του 19ου αιώνα το 24% του εμπορίου της Υψηλής Πύλης καλυπτόταν από βρετανικά, έναντι 8% των Γαλλικών προϊόντων. Το 1891-1893 μόνον 1,3% των εξαγωγών της Γερμανίας κατευθυνόταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ποσοστό που ανήλθε στο 11% το 1911, ενώ «…στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Γερμανία ήταν ο κύριος προμηθευτής όπλων και πυρομαχικών της Πύλης, τροχαίου υλικού για το σιδηρόδρομο προς τη Βαγδάτη, κ.ά». Παρόμοια βελτίωση της εμπορικής θέσης της Γερμανίας στις αρχές του 20ου αιώνα διαπιστώνεται στη Ρουμανία, θέτοντας εκτός μάχης τις Βρετανία, Γαλλία και Αύστρο-Ουγγαρία, καθώς και στη Βουλγαρία[16]. Αντίθετα, στη Σερβία μετά το 1906 το εμπόριο της Αυστρο-Ουγγαρίας υποκαταστάθηκε από τη Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία, κ.ά, ενώ στην Ελλάδα, παρά τη βελτίωση της θέσης της Γερμανίας, η βρετανική και, ιδίως, η γαλλική παρουσία ήταν αναμφισβήτητη.

Το συμπέρασμα που αβίαστα εξάγεται για την περίοδο αυτή είναι ότι τα νεαρά βαλκανικά κράτη αποτελούσαν ένα διαχειρίσιμο πρόβλημα για τις Μεγάλες Δυνάμεις από άποψη οικονομική. Οι οικονομικές ανάγκες τους εξυπηρετούνταν με ευκολία από τη Γαλλία, Βρετανία και, αργότερα, Γερμανία, τόσο γιατί είχαν πλήρη έλλειψη κεφαλαίων, αλλά και διότι η πρώην κατακτήτριά τους Υψηλή Πύλη ήταν σε πλήρη παρακμή και είχε τις ίδιες και ακόμη μεγαλύτερες ανάγκες χρηματοδότησης που τις κάλυπταν, επίσης, δυτικά κεφάλαια. Αντίθετα, η βαλκανική χερσόνησος μετατρεπόταν σε «πυριτιδαποθήκη» από την ώρα που έπρεπε να ενταχθεί στο στρατηγικό σχεδιασμό κάθε δυτικής χώρας, στις οποίες προστίθενταν, και μάλιστα με «ιστορικά» συμφέροντα, η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία. Το πρόβλημα γινόταν ακόμη ποιο πολύπλοκο, διότι η κάθε Μεγάλη Δύναμη έπρεπε να συμπεριλάβει στο στρατηγικό της σχεδιασμό και την τήρηση μιας ισορροπίας δυνάμεων στη βαλκανική, έπρεπε δηλαδή να αναγνωρίσει ένα «συλλογικό» έλεγχο της πορείας των Βαλκανικών κρατών.

Τέλος, μεγαλύτερης βαρύτητας, τόσο από άποψη οικονομική όσο και από άποψη στρατηγική, ήταν το πρόβλημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που δεν έπαυε να αποτελεί τη μεγάλη δύναμη μιας άλλης εποχής, ενώ η στρατηγική της θέση την καθιστούσε αναγκαία στη διασφάλιση των συμφερόντων της Βρετανίας, της μεγαλύτερης στρατηγικά και οικονομικά από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

 [1] Θάνος Βερέμης, Βαλκάνια, από τον 19ο ως τον 21ο αιώνα…, ό.π., σ. 21.
 [2] Βασιλική Παπούλια, «Το Βαλκανικό Σύμφωνο…», ό.π, σ. 21.
 [3] Sorin Cristescu, Carol I, corespondența privată…, ό.π, σ. 193.
 [4] Daniela Bușa, “Finanța occidentală și investițiile în Sud-Estul Europei…,” ό.π, σ. 174.
 [5] Daniela Bușa, “Finanța franceză în Sud-Estul Europei (1900-1914) …”, II, ό.π, σ.312.
 [6] Daniela Bușa, “Finanța franceză în Sud-Estul Europei (1900-1914)”…”, I, ό.π, σ. 39.
 [7] Ibidem, σ. 29-34.
 [8] ΦΕΚ, αρ. 62/15 Ιουλίου 1881.
 [9] ΦΕΚ, αρ. 47/21 Μαρτίου 1898 και αρ. 121/ 8 Ιουλίου 1898.
 [10] Κ. Κωστής – Β. Τσοκόπουλος, Οι τράπεζες στην Ελλάδα…, ό.π, σ. 130.
 [11] Daniela Bușa, “Finanța franceză în Sud-Estul Europei…”, Ι, ό.π, σ. 42.
 [12] G. Zane, “Politica economică a Principatelor în epoca Unirii și capitalul stăin”, Studii revista de Istorie, 1-3 (1959), București, σ. 246-247.
 [13] Κ. Κωστής – Β. Τσοκόπουλος, Οι τράπεζες στην Ελλάδα…, ό.π, σ. 123-152.
 [14] Daniela Bușa, “Spațiul Sud-Est European și relațiile lui…”, ό.π, σ. 33.
 [15] Γιώργος Ν. Μητροφάνης, Η κίνηση των τιμών του σταριού στην Ελλάδα, Αθήνα, 1991, σ. 33-34.
 [16] Daniela Bușa, “Germany’s Trade with Countries in Southeast Europe...”, ό.π, σ. 126-128.